Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Το ελληνικό 68′ και η 12η Ολομέλεια

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τη 12 Ολεμέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, και από τη διάσπαση του κόμματος. Αυτή η επέτειος φαίνεται να επισκιάζει, κατά μία έννοια, την επέτειο των 100 χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ, που μετονομάστηκε σε ΚΚΕ στη συνέχεια, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον την υπογραμμίζει, γιατί ήταν η προϋπόθεσή της. Χωρίς τη 12η Ολομέλεια, μπορεί να μην υπήρχε καν ΚΚΕ σήμερα, για να γιορτάσει τα 100 χρόνια δράσης και λειτουργίας του. Κι αυτή η καμπή ήταν κάτι σαν φάρος σε μια περίοδο όχι ιδιαίτερα ηρωική, με νωπό το χαστούκι από την επιβολή της δικτατορίας και την αδυναμία αξιόλογης οργανωμένης αντίδρασης, κυρίως εξαιτίας της καταστροφικής απόφασης που είχε προηγηθεί δέκα χρόνια πριν, για τη διάλυση των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Κι αυτό ξέχωρα από τα όποια προβλήματα εντοπίζονται στην πολιτική γραμμή και τη στρατηγική της εποχής, στην πολιτική ουράς απέναντι στην Ένωση Κέντρου, και στις αυταπάτες πως δεν υπήρχε αντικειμενικά έδαφος για την ανάπτυξη σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος στην Ελλάδα, τη στιγμή που αυτό κυοφορούνταν, ακόμα και μες στις γραμμές της ΕΔΑ εν μέρει.


Ας δούμε κάποια βασικά χαρακτηριστικά της 12ης Ολομέλειας. Καταρχάς, το ρήγμα είχε επέλθει ουσιαστικά νωρίτερα (κυρίως στη 10η Ολομέλεια) κι απλώς πιστοποιήθηκε κι εκδηλώθηκε ανοιχτά κατά τη διάρκεια της 12ης, οι εργασίες της οποίας αναλώθηκαν πολύ σε τεχνικές λεπτομέρειες, πχ για το ποιος είχε δικαίωμα συμμετοχής, είχαν όμως καθαρά πολιτικό υπόβαθρο. Κι αυτό δεν ήταν γεωγραφικό, όπως υπονοούσε η προβοκατόρικη ονομασία “ΚΚΕ εσωτερικού”, αν δηλαδή το κίνημα θα καθοδηγούνταν από την ηγεσία που διαμόρφωνε τη γραμμή από το εξωτερικό ή από τα στελέχη που δρούσαν στην Ελλάδα και είχαν πιο σφαιρική αντίληψη της κατάστασης. Το υπόβαθρο της αντιπαράθεσης ήταν καθαρά πολιτικό, όπως έδειξε τόσο η εξέλιξη του “ΚΚΕ εσ.” όσο και η διαμόρφση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού διεθνώς, με καταλύτη το 1968, αν και η διάσπαση του ΚΚΕ προηγήθηκε τόσο του Παρισινού Μάη, όσο και των γεγονότων που ονομάστηκαν “Άνοιξη της Πράγας”.

Τι βρισκόταν στην πολιτική ουσία του πράγματος; Ακούγεται λίγο απαξιωτικά ειπωμένο ίσως από κάποιον άκαπνο γραφιά που τοποθετείται από τη βολή του πληκτρολογίου του, αλλά η ουσία είναι αυτή και δε γίνεται να διατυπωθεί διαφορετικά: η επαναστατική αναδίπλωση, η κούραση από την αντάρτικη δράση που τη διαδέχτηκε η μακρόχρονη, σκληρή παρανομία, η αναζήτηση -έστω και μιας αστικής, κουτσουρεμένης- νομιμότητας, της “ομαλότητας”, μιας ευκαιρίας-ανάγκης να ζήσουν κανονικά, όπως θα είχε ο καθένας δικαίωμα, κι όπως έβλεπαν να γίνεται παραδίπλα, με τους κομμουνιστές συντρόφους στην Ιταλία και τη Γαλλία. Η απαξίωση και η απόρριψη όσων μας “στέρησαν” την ευκαιρία αυτή: το δεύτερο αντάρτικο, που ήταν “τυχοδιωκτισμός”, τα Δεκεμβριανά, που ήταν “μπανανόφλουδα” που την πατήσαμε πρόθυμα, ο Ζαχαριάδης -πάνω απ’ όλα αυτός- που είχε καθαιρεθεί παραπάνω από μια δεκαετία πριν, αλλά στοίχειωνε τη σκέψη τους και τον έβλεπαν παντού παρόντα: ακόμα και στον Κολιγιάννη…

Η πολιτική προέκταση των παραπάνω ήταν η απόρριψη της δικτατορίας του προλεταριάτου -και κάθε δικτατορίας, που δεν μπορεί να συσπειρώσει τις μάζες που διψάνε για δημοκρατία. Με άλλα λόγια, η απόρριψη της “καχεκτικής δημοκρατίας” και της δικτατορίας στην Ελλάδα, επεκτεινόταν στην απόρριψη κάθε δικτατορίας γενικά, ακόμα και του προλεταριάτου, και οδηγούσε στην αγκαλιά της αστικής δημοκρατίας και τα προνόμια που απολαμβάνουμε σε αυτήν…

Η άμεση οργανωτική προέκταση ήταν η απόρριψη του κόμματος, του Κομμουνιστικού Κόμματος ως πρωτοπορίας, που η ηγεσία “απέξω” επέμενε ανεδαφικά για την ανάληψη δράσεων για τη νομιμοποίησή του. Τι τα χρειαζόμαστε όλα αυτά όμως, από τη στιγμή που έχουμε τον “υπαρκτό φορέα”, την ΕΔΑ που λειτουργούσε νόμιμα -κι ας διωκόταν σαν σχεδόν παράνομο κόμμα- και μετεξελισσόταν σε ενιαίο κόμμα, καλύπτοντας -κατά το δικό τους σκεπτικό- όλες τις απαραίτητες πλευρές, που χρειάζονταν οι κομμουνιστές.

Για να το κάνουμε λιανά, η ουσία ήταν: τα “καλά” της αστικής δημοκρατίας, μιας “ομαλής” ζωής, που σήμαινε όμως σε αντάλλαγμα και την παραίτηση από την ιδιότητα του επαναστάτη-κομμουνιστή. Αναθεώρηση -και όχι κάποιος εκσυγχρονισμός-ανανέωση- των βασικών αρχών του μαρξισμού-λενινισμού. Οτιδήποτε διαφορετικό βαφτιζόταν “τυχοδιωκτισμός” και θεωρούνταν πως έδινε πάτημα για όξυνση των κατασταλτικών μέτρων, ακόμα-ακόμα και για τη δικτατορία των συνταγματαρχών -στη λογική ότι φταίει το θύμα που προκαλεί και οφείλει να μην αντιστέκεται. Τόσο ξύλινα και απλά…

Το δεύτερο βασικό στοιχείο που επισημαίνεται συχνά σε αναλύσεις των αναθεωρητών είναι το βάρος του διεθνούς κέντρου και ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξε για την επικράτηση του “ορθόδοξου” ΚΚ με την επιρροή του και τη σαφή προτίμηση που έδειξε στο ΚΚΕ. Παρεμπιπτόντως, αυτό το κέντρο ήταν που είχε πάρει την πρωτοβουλία για την καθαίρεση του Ζαχαριάδη από την ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά “όλως παραδόξως” αυτό σπανίως επισημαίνεται σε αυτές τις αναλύσεις ως αρνητικό παράδειγμα.
Ας σημειώσουμε σχετικά τα εξής: η κριτική αυτή είναι λίγο υπο-κριτική στην ουσία της, καθώς οι αναθεωρητές αρχικά επιδίωξαν και αυτοί την εύνοιά του -ή έστω μια πιο θετική μεταχείριση του δικού τους “ΚΚ”. Τα υπόλοιπα και η “αποστασιοποίηση” από διάφορες επιλογές ήρθαν μάλλον κατόπιν εορτής, μαζί με τη διακριτή συγκρότηση του ευρωκομμουνισμού και της πολεμικής του ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Και είναι δείγμα -για την ΕΣΣΔ και το πολιτικό ποιόν του υπαρκτού της εποχής- πως παρά τα δικά τους πολιτικά-στρατηγικά προβλήματα, οι σοβιετικοί δεν ήταν και δεν έγιναν ποτέ -όχι μέχρι τον Γκόρμπι τουλάχιστον- ευρωκομμουνιστές. Οι ευρωκομμουνιστές θεωρούσαν πχ την περίοδο του Μπρέζνιεφ μια αναβίωση του Στάλιν (χωρίς αίματα και μουστάκι), και άρχισαν να νιώωθουν δικαιωμένοι στην περίοδο Γκορμπατσόφ με την κριτική της “περιόδου της στασιμότητας”.

Αλλά αν το ΚΚΕ επικράτησε τότε, ιδεολογικά και πολιτικά, απλά και μόνο επειδή πήρε το χρίσμα του διεθνούς κέντρου, πώς κατάφερε να υπάρχει μέχρι σήμερα; Πώς κατόρθωσε να βγει ζωντανό από την παγκόσμια κρίση του κομμουνιστικού κινήματος, μετά το 91′, όταν έπαψε να υφίσταται και τυπικά αυτό το παγκόσμιο διεθνές κέντρο που βάρυνε -υποτίθεται- στις εν Ελλάδι εξελίξεις με την εύνοια που του έδειξε; Πώς εξηγούνται όλα αυτά, αν ήταν απλώς ένα παράρτημα, μια αντιπροσωπία, όπως συνηθίζουν να το παρουσιάζουν, εν είδει καρικατούρας;

Μια τελευταία παράμετρος είναι η ίδια η εξέλιξη του λεγόμενου ΚΚΕ εσωτερικού, το οποίο δεν ήταν κομμουνιστικό και σε ένα βάθος χρόνου, απέβαλε και τον προσδιορισμό, γιατί δεν τον χρειαζόταν, δεν τον ήθελε. Το “εσωτερικού” ήταν ΠΑΣΟΚ που ήταν όμως υπέρ της ΕΕ -και πριν από τη ‘μετάλλαξη’ του ΠΑΣΟΚ- και της ΕΑΔΕ, στην εναγώνια προσπάθειά του να βρει ρήγματα και νόμιμα παραθυράκια, ακόμα και στην προσπάθεια της χούντας να μακιγιάρει το αυταρχικό της προφίλ.

Το “ΚΚΕ εσωτερικού” ήταν Συνασπισμός, αλλά και κάποιοι που αντιτάχθηκαν στον Ενιαίο Συνασπισμό, γιατί δεν ήθελαν συνεργασία με το ΚΚΕ, και θεωρούσαν λάθος ακόμα και την πρόσκαιρη εκλογική συμμαχία της Ενωμένης Αριστεράς, το 74′. Ήταν κι ο Νίκος Μπίστης, του “προχωρώντας και αναθεωρώντας”. Η Αριστερά του Σαλονιού. Ο σημερινός Σύριζα -που δικαιώνει τον ευρωκομμουνιστικό αγώνα, για την κατάληψη της κυβέρνησης σε ένα σύγχρονο πόλεμο θέσεων. Είναι αναθεωρητισμός, ακόμα και για τα δεδομένα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου, με τη Β’ Πανελλαδική, τις Συσπειρώσεις, το Μηλιό και άλλους…

Δεν είναι πάντα ασφαλές κριτήριο να εκτιμάμε εκ του αποτελέσματος κάποια φαινόμενα, αλλά εν προκειμένω, ήταν μια φυσικά κατάληξη και η τελική του συνέπεια.


Αν θέλει να δει κανείς τι ήταν ο αναθεωρητισμός του “ΚΚΕ εσωτερικού”, μπορεί να ρίξει μια ματιά στη ΔΗΜΑΡ και το σημερινό Σύριζα.
Κι αν θέλει να δει κανείς τη μήτρα της σημερινής κριτικής για τους “παρωχημένους κομμουνιστές που έχουν μείνει πίσω από τις εξελίξεις”, που “είναι σεχταριστές, άκαμπτοι, δογματικοί, σταλινικοί”, που “τα παραπέμπουν όλα στο σοσιαλισμό και την επανάσταση”, μπορεί να μελετήσει τον πολιτικό λόγο των αναθεωρητών, που δεν κατάφεραν ποτέ να ξεφύγουν από το πολιτικό περιθώριο, αλλά ηγεμόνευσαν “γκραμσιανά” (που και σε αυτόν του άλλαξαν τα φώτα με τις ρεφορμιστικές αναγνώσεις τους) σε ένα ευρύτερο φάσμα και δάνεισαν τα επιχειρήματά τους και τον -κατά βάση- αντικομμουνισμό τους και σε άλλους χώρους, διαχρονικά.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Ανδρέας Παπανδρέου: Ο “αποστάτης του τροτσκισμού” που άλωσε το εργατικό κίνημα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η Μεταπολίτευση ήταν ΠΑΣΟΚ και έκλεισε τον κύκλο της μαζί του, η προσωπικότητα που την σημάδεψε όσο κανείς ήταν αναμφίβολα ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η ιστορία μπορεί να ακολουθούσε παρόμοια βήματα και χωρίς αυτόν, αλλά σταμάτησε στο πιο χαρισματικό άτομο που θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο κάποιες τάσεις: την εμφάνιση της σοσιαλδημοκρατίας και την ενσωμάτωση του ριζοσπαστισμού (που όσο εντυπωσιακός ήταν, εξίσου θεαματικά “εξαϋλώθηκε” σταδιακά…)

Η διαδρομή του Παπανδρέου έχει πολλά ενδιαφέροντα κεφάλαια που και μόνο η ονομαστική τους αναφορά θα έπιανε μεγάλη έκταση:
-Η πρώτη του εμφάνιση στα κοινά με τη σύλληψή του από τη δικτατορία του Μεταξά και τον Ανδρέα να προδίδει τους συντρόφους του στην τροτσκιστική ομάδα που συμμετείχε (μαζί με τον Καστοριάδη μεταξύ άλλων) για να κερδίσει ως αντάλλαγμα την ελευθερία του.

-Η φυγή του στο εξωτερικό, η θητεία στο αμερικάνικο ναυτικό, η αμερικάνικη υπηκοότητα, η απουσία του απ’ όλα τα σημαντικά γεγονότα της δεκαετίας του 40′ -που δεν τον εμπόδισε να καπηλευτεί το ιστορικό τους φορτίο.

-Η σύνδεσή του με το κόμμα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, τους κύκλους του Κένεντι και κεϊνσιανούς οικονομολόγους, όπως ο Γκαλμπρέιθ ο πρεσβύτερος, που συνδιαμόρφωσαν τη σκέψη του και τη θεωρία του “πατερναλιστικού καπιταλισμού”.


-Η επιστροφή του στην Ελλάδα μετά από πρόσκληση του Καραμανλή! Η αντιφατική σχέση με τον πατέρα του (το “γέρο της αστικής δημοκρατίας”) κι η προσπάθειά του να ξεφύγει από τη σκιά του, μετακινούμενος σε πιο “αριστερές, ριζοσπαστικές” θέσεις.

-Τα Ιουλιανά, η υπόθεση “Ασπίδα” κι η χούντα των συνταγματαρχών, που στο παπανδρεϊκό αφήγημα ήταν απλώς η ετεροχρονισμένη απάντηση του συστήματος στις μαζικές κινητοποιήσεις των Ιουλιανών και το φόβο που προκάλεσε στα κυρίαρχα στρώματα.

-Η αντιδικτατορική δράση από το εξωτερικό, το ΠΑΚ ως πρόδρομος του ΠΑΣΟΚ, ο ηγεμονισμός κι οι ελιγμοί που τορπίλιζαν κάθε πιθανότητα αντιδικτατορικής ενότητας, υπηρετώντας ωστόσο πιστά το προσωπικό πολιτικό σχέδιό του.

-Η διορατική εκτίμηση ότι χρειάζεται ένα νέο πολιτικό μόρφωμα -κι όχι μια απλή ανακαίνιση της Ένωσης Κέντρου- κι ότι υπήρχε το έδαφος για ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που εναρμονιζόταν με τα δυτικά πρότυπα, αν και αρχικά είχε καταγγελτική στάση ενάντια στις συμβιβαστικές τάσεις της “Σοσιαλιστικής Διεθνούς” και πασπάλιζε με μαρξιστικές κορόνες και ριζοσπαστικά συνθήματα τον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ.

-Τα αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο), η εναντίωση στις βάσεις του θανάτου και την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, η υπόσχεση για σχετικό δημοψήφισμα, που ξεχάστηκε από την “κυβέρνηση της Αλλαγής” μαζί με πολά άλλα, αφού είχε εξαργυρωθεί εκλογικά κι είχε παίξει το ρόλο της.

-Η εκλογική λεηλασία της βάσης του ΕΑΜικού κόσμου κι η ελλιπής, κουτσουρεμένη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης -που έφερε όμως πολλά ψηφαλάκια στο ΠΑΣΟΚ, με τις αντιστασιακές συντάξεις.

-Οι μικρές αλλαγές που δεν έφεραν την Αλλαγή, λειτούργησαν όμως αποπροσανατολιστικά για το “άθροισμα των δυνάμεων της Αλλαγής”, το στόχο της “πραγματικής Αλλαγής” (με κατεύθυνση το σοσιαλισμό) κοκ.

-Οι κλαδικές, τα ρουσφέτια, η άλωση του εργατικού κινήματος και το πραξικόπημα στη ΓΣΕΕ, ο μαζικός εκμαυλισμός συνειδήσεων που πισωγύρισε θεαματικά το μαζικό κίνημα και το έστειλε σπίτι του.


-Η προσπάθεια άλωσης του τύπου, που δεν είχε αντίστοιχο αίσιο τέλος για το ΠΑΣΟΚ. Το σκάνδαλο Κοσκωτά ως απόρροια, που γκρέμισε προσωρινά τον Παπανδρέου από την εξουσία -ή μάλλον από την κυβέρνηση, όπως είπε κι ένας όψιμος μαθητής του.



-Η παραπομπή στο ειδικό δικαστήριο και το αφήγημα για το “βρώμικο 89′” που μεταξύ πολλών άλλων ξεχνάει βολικά ότι συμμετείχε και το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη οικουμενική, το Νοέμβρη του ίδιου έτους, αφήνοντας στην άκρη τις “αρχές” του περί μη συνεργασίας με τη Δεξιά.

-Η “άγρια, κινηματική” αντιπολίτευση και η γρήγορη επάνοδος στην κυβέρνηση, όπου δεν υπήρχαν περιθώρια για “φιλοσοβιετικό χαρτί”, “κίνημα Αδεσμεύτων” και λοιπούς ελιγμούς, παρά μόνο για φραστικές διαφοροποιήσεις και τοποθετήσεις, σαν κι αυτήν για το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, με αφορμή τη FYROM (παρά την εξασθένισή του, η ρητορική δεινότητα παραμένει).



Καταγγέλλουμε, ανησυχούμε, θα δώσουμε μάχες, αλλά δεν υπάρχει άλλος δρόμος…

Κάτι τέτοια τον έκαναν αγαπητό στην ηγεσία του Σύριζα, που δεν τον φτάνει βέβαια ούτε στο δαχτυλάκι του. Και τον έβαλαν στο στόχαστρο φιλελέδων κι αστών αναλυτών που χρειάζονται πλέον ένα διαφορετικό αφήγημα και παρουσιάζουν την οκταετία της Αλλαγής, ως τη μητέρα όλων των κακών: από το χρέος ως το λαϊκισμό…


Εϊναι όμως το λιγότερο “αχαριστία” να μην αναγνωρίζουν τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε στο σύστημα σε μια κρίσιμη για αυτό καμπή. Κι αν μη τι άλλο, η παρουσία του -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- στο προσκήνιο σήμερα δείχνει την εμβέλεια της προσωπικότητάς του -κι αυτός δεν υπάρχει λόγος να μην το αναγνωρίζουμε.

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2018

“Μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε το έργο μου” – Το πολιτικό εκκρεμές του Μίκη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Για το Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσαν να σταθούν ως αξιολογικές κρίσεις τα πάντα και τα αντίθετά τους. Ίσως γιατί έχει πει ο ίδιος κατά καιρούς τα πάντα και τα αντίθετά τους.

Θα μπορούσες να βάλεις πχ ένα δίσκο με κάποιες συνθέσεις του και να πεις: καταλαβαινόμαστε τώρα, δε χρειάζονται περσότερα -κι ας μην είναι δική του σύνθεση αυτό.
Ή να βάλεις το Μίκυ Μάους του Σιδηρόπουλου και να τα έχεις καλύψει πάλι όλα.

Μπορείς να πεις ότι ο Μίκης είναι μεγάλο κεφάλαιο, για να το διαγράφουμε μονοκοντυλιά, με ελαφριά καρδιά. Ή να πεις πως σε διάφορες κρίσιμες ιστορικές στιγμές ήταν με το μεγάλο κεφάλαιο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως όταν έλεγε “Καραμανλής ή τανκς”.

Μπορείς και πρέπει -όχι τυπικά- να καταδικάσεις τις μπογιές και τα συνθήματα στο σπίτι του ή ακόμα να αναρωτηθείς γιατί ο χώρος έχει άλλα αντανακλαστικά και δείχνει ανοχή σε παρόμοια ατοπήματα ινδαλμάτων του που βολευτήκαν στο σύστημα. Αλλά είναι αστείο συνάμα να παρουσιάζεται η είδηση ως “τρομοκρατική επίθεση” στο σπίτι του Μίκη!

Λένε πολλοί πως πρέπει να διαχωρίσουμε το Μίκη και την πολιτική κριτική που του κάνουμε από το έργο του, που υφίσταται αυτοτελώς και διαχρονικά. Κι έχουν δίκιο! Αλλά ταυτόχρονα και άδικο. Γιατί ο Μίκης έγινε πολιτική οντότητα ακριβώς μέσα από το τεράστιο έργο του, που δεν ήταν αμιγώς καλλιτεχνικό. Και είναι τρομερό να αναλογίζεσαι τη δύναμή του, τη γοητεία που άσκησε σε μια γενιά, που τον λατρεύει μέχρι σήμερα -όπως φάνηκε και στο τελευταίο Φεστιβάλ μεταξύ άλλων.


Πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα του Μίκη δεν ήταν αυστηρά πολιτικό. Αυτά που λέει ανήκουν σε μια γενιά που γαλουχήθηκε αντίστοιχα, με την ιδέα πως η πατρίδα είναι ο λαός και είναι το δεύτερο αγκωνάρι -το άλλο είναι το ταξικό- στο οποίο πρέπει να βασίζεται ο αγώνας μας. Η ιδέα αυτή δεν ήταν δική του, αλλά ενός ολόκληρου πολιτικού φάσματος -και βασιζόταν σε υπαρκτά, συγκεκριμένα γεγονότα.

Το πρόβλημα είναι ότι ο Μίκης θεωρούσε πάντα τον εαυτό το κεφάλαιο, υπεράνω κομμάτων, άλλων προσώπων κτλ. Πίστευε πως δεν εισακούγεται, δεν του δίνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, κι έφευγε συνήθως χολωμένος, νιώθοντας πως τον παραμερίζουν.

Το πρόβλημα επίσης είναι ότι δικαιούταν να το πιστεύει, είχε κάποια βάση, γιατί το έργο του ήταν τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και θα συνεχίσει να είναι, μένοντας ως παρακαταθήκη.

Κάποιοι σύντροφοι σκέφτηκαν ίσως πως ο Μίκης ήρθε στο τελευταίο φεστιβάλ για να “συμφιλιωθεί” μαζί μας, με το κόμμα, σκεπτόμενος και την υστεροφημία του. Αλλά τώρα πηγαίνει ως βασικός ομιλητής στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, γιατί πάντα σκεφτόταν -εκτός από την τάξη και το κόμμα της- με όρους πατρίδας.


Δεν προσπαθώ να γράψω κάτι κεντριστικό, που να τα πιάνει όλα, αλλά να δείξω τις αντιφάσεις, τα αντίθετα που παλεύουν κι ενώνονται σε ένα πρόσωπο. Το οποίο πρόσωπο δεν είναι υπεράνω κριτικής -κανείς μας δεν είναι. Αλλά κανείς και καμία κριτική δεν μπορούν να αγγίξουν το έργο του. Ούτε καν ο ίδιος, όπως γράφτηκε εύστοχα.

Μπορείτε να δείτε επίσης:


Σε ένα παράλληλο σύμπαν – Μίκη αλλάζεις την ιστορία (σου)…

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Μη με λες πατριώτη, αφεντικό να με λες – Οι “Απαράδεκτοι” για τη Μακεδονία

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Σπύρος είναι αριστερός, προβληματίζεται, έχει κι ένα Πολυτεχνείο πίσω του, αλλά εξοργίζεται με τον αλυτρωτισμό του Γιόρικ και κρατιέται να μην τον χτυπήσει. Αυτά εξάλλου είναι εθνικισμοί του κερατά, επικίνδυνα μονοπάτια, άλλο ο λαός κι άλλο οι επιλογές των ηγετών, που ακολουθούν ένα ανεξάρτητο προτσές…


Σε μια συνέντευξή της, η Δήμητρα Παπαδοπούλου είχε πει πως ήταν στην ΚΝΕ, αλλά έφυγε γιατί βαριόταν στα αχτίφ κι έκανε φασαρία. Στις πρώτες δουλειές της ως σεναριογράφος, ήταν φανερό και το ένα και το άλλο. Δεν είχε αφομοιώσει πολλά πράγματα για να αναλύσει και να εμβαθύνει, αλλά κάτι της είχε μείνει ως υπόβαθρο.

Το 92′ οι Απαράδεκτοι δεν έμειναν ανεπηρέαστοι από τον εθνικιστικό παροξυσμό και τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Οι περισσότεροι θυμούνται το τραγούδι με το μαέστρο, που έπαιξε αρκετά αυτές τις μέρες πολύ στα social media, αλλά ήταν σαφώς κατώτερο από το πρώτο, Γιουροβιζιονικό τραγούδι των “Απαράδεκτων” (ώπα-είπα, κράτσες-κρούτσες).



Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η Παπαδοπούλου απλώς σατιρίζει και δε συντάσσεται κατά βάθος με το γενικό κλίμα -όπως φαίνεται κι από το τραγούδι. Συναντάμε όμως πολλές οξυδερκείς στιγμές της και μαργαριτάρια που δείχνουν το κνίτικο παρελθόν της.

Η ιστορία έχει ως εξής. Ο διαχειριστής Χαλακατεβάκης έχει προσλάβει ένα Φυρομακεδόνα (ας το λέμε έτσι, χάριν συνεννόησης) για να του κάνει τις δουλειές. Το σενάριο δεν ξεφεύγει από το κυρίαρχο σωβινιστικό στερεότυπο και μας παρουσιάζει ένα Γιόρικ ψωμόλυσσα, ανεπρόκοπο, κουτοπόνηρο, με παράλογες αλυτρωτικές απαιτήσεις, που εκνευρίζει τους “Απαράδεκτους” φωνάζοντάς τους “πατριώτες”. Στον αντίποδα όμως σκιαγραφείται πολύ εύστοχα η δική μας πλευρά.



Οι Έλληνες ονειρεύονται μπίζνες στα Βαλκάνια και ξυπνάει το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, ψάχνοντας να ανοίξουν ένα μπακάλικο στα οικόπεδα του Γιόρικ -τώρα που οι γείτονες πεθαίνουν της πείνας. Σε ένα πρώτο γκεστάλτ, σατιρίζεται ο νεοπλουτισμός του Έλληνα μικροαστού, που ονειρεύεται να γίνει επιχειρηματίας, με το μικρό του κεφάλαιο. Σε ένα δεύτερο γκεστάλτ, μπορεί να υπάρχει ένας υπαινιγμός για την ενδιάμεση θέση του ελληνικού καπιταλισμού, σα μέγεθος, που παρά τους λεονταρισμούς του, δεν μπορεί να ανοίξει τίποτα καλύτερο παρά ένα μπακάλικο, με τη φιλοδοξία να γίνει αλυσίδα Σούπερ-Μάρκετ, όταν μεγαλώσει.

Σε μία από τις πρώτες σκηνές, ο Χαλακατεβάκης θυμώνει που ο Γιόρικ τον φωνάζει “πατριώτη”, γιατί προτιμά να τον φωνάζουν “αφεντικό”, με τη ματιά του να μαλακώνει και να ατενίζει το μέλλον. Οι μπίζνες είναι μπίζνες, και ο εθνικισμός-εθνικισμός. Μπορεί να μοιάζουν κάπως αντιφατικά, αλλά παντρεύονται ιδανικά και συμπληρώνουν το ένα το άλλο, στην πραγματικότητα.
Όπως έλεγε κι ένα γηπεδικό πανό: η Μακεδονία είναι ελληνική, αλλά στα Σκόπια έχει αμόλυβδη φτηνή


Εκεί που βιώνεται πιο έντονα η αντίφαση είναι στο Σπύρο Παπαδόπουλο, που είναι αριστερός, έχει προβληματισμούς, έχει κι ένα Πολυτεχνείο πίσω του, και όλα αυτά του φαίνονται ανοησίες, επικίνδυνα πράγματα κι εθνικισμοί του κερατά. Κάτι που δεν τον εμποδίζει όμως να συμμετέχει -με μισή καρδιά έστω- στις εκδηλώσεις για τη Μακεδονία (σε αντίθεση με τους αυθεντικούς Λακεδαιμόνιους), να ανησυχεί για τις ελληνικές του ρίζες και να σπαράζει η ελληνική του ψυχή με τον αλυτρωτισμό του γείτονα Φυρομακεδόνα, που θεωρεί τη Θεσσαλονίκη δικιά του, και ο Σπύρος κρατιέται να μην τον χτυπήσει -αυτά εξάλλου είναι εθνικισμοί, επικίνδυνα μονοπάτια, άλλο ο λαός κι άλλο οι επιλογές των ηγετών, που ακολουθούν ένα ανεξάρτητο προτσές


Ως χαρακτήρας, συμπυκνώνει διορατικά το περίεργο μίγμα του “αριστερού εθνικισμού” που υπήρχε ήδη στην εποχή του, αλλά βλέπουμε πολύ καθαρά σήμερα στο Λαφαζάνη, τη Ζωή, τον Μπιτσάκη, το Μίκη και τα άλλα παιδιά…

Και πλάι του, ο ζαμανφού μπαρόβιος και ένα απολίτικο αστροπελέκι, που από το μηδέν μετατρέπονται σε εθνικιστές ολκής. Η Ρένια μάλιστα είναι και με τον Καραμπελιά! Αλλά μόνο ο Σπύρος -ο “αριστερός”- λέει ανοιχτά τι ψηφίζει κι όλοι οι υπόλοιποι το παίζουν υπερκομματικοί κι υπεράνω…

Το επεισόδιο σατιρίζει εύστοχα τη μανία πολλών πατριωτών να βρούνε τις ρίζες τους στην εθνοτική σαλάτα των Βαλκανίων και του ευρύτερου χώρου. Το Γιάννη αρχικά τον απασχολεί το μαρούλι της δικής του σαλάτας κι αδιαφορεί για το Μακεδονομάχο παππού της Δήμητρας, αλλά στη συνέχεια παθαίνει “εθνική μελαγχολία”-κατάθλιψη, στην ιδέα πως μπορεί να είναι Τουρκόσπορος. Η Ρένια καμαρώνει για τη γιαγιά της που πήδηξε από το Ζάλογγο και την έβλεπε μια γειτόνισσα, ενώ η Δήμητρα λέει πως η σκούφια της κρατάει από την Αλεξάνδρεια (Γιδά) Ημαθίας, παίζοντας δημιουργικά με την καταγωγή της στην πραγατική ζωή από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.


Όλοι οι Έλληνες ψάχνουν μανιωδώς τις ρίζες τους κι ας μην είναι πολύ πρόθυμοι να φάνε φασολάδα και να ακούνε το Μενούση -κι άλλα δημοτικά- στη διαπασών, κάθε μέρα. Αλλά “παράδοση” είναι κι η πατριαρχία, να μαγειρεύει η γυναίκα, κι άλλα παρόμοια, που η Δήμητρα τα θεωρεί -και σωστά- “δουλοπαροικία…”


Στο τέλος οι Έλληνες, μονιασμένοι από τις εθνικές εκδηλώσεις τους -που θυμίζουν εθνική γιορτή και εκπομπές για το “ελληνικό Πάσχα”- κάθονται στο σαλόνι κι αρχίζουν να τρώγονται για τα πολιτικά, οπότε τους την λέει ο Γιόρικ που είναι ξένος (αν και “πατριώτης” κι αυτός). Η σκέψη της Παπαδοπούλου έχει ως ανώτατο όριο τη διχόνοια που χωρίζει τους Έλληνες σε στρατόπεδα. Υπάρχει βάση όμως σε όλα αυτά, καθώς αρκεί μια σπίθα (όχι του Μίκη) για να ανάψουν τα πνεύματα στο “ομόψυχο, πατριωτικό πλήθος”, που εύκολα μπορεί να αρχίσει να τσακώνεται πχ για τον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ και τον ΠΑΟΚ.

Γκολάρες βάζουν και οι τρεις, για να θυμηθούμε το τραγούδι της αρχής και να κλείσουμε διαλεκτικά τον κύκλο. Ένα τραγούδι που συνδυάζει διαλεκτικά το οπαδικό, καρναβαλικό στοιχείο αυτών των συλλαλητηρίων (φουστανέλες, ΠΑΟΚ-Άρης-Ηρακλής κοκ). Και κλείνει με το υπέροχο “Ουστ”, που είναι σαν προφητική εικόνα από τα προσεχώς και τις πλατείες των Αγανακτισμένων.


Όσο για το στίχο-προτροπή “κόψτε το χαβαλέ”, ακούγεται μάλλον ως τραγική ειρωνεία από μια κατεξοχήν κωμική χαβαλεδιάρικη σειρά. Αλλά με το χαβαλέ μπορείς να πεις τελικά τα πιο σοβαρά πράγματα, από τα καλύτερα ως τα χειρότερα: να ρίξεις μύλο στο νερό του εθνικισμού ή να κάνεις μια τρομερή ανατομία της ελληνικής κοινωνίας και του εθνικισμού που την μαστίζει. Ή και τα δύο μαζί διαλεκτικά (ένωση και πάλη των αντιθέτων).

Από άλλο επεισόδιο, αλλά κολλάει με την επικαιρότητα...
Αλλά εντάξει, μια τέτοια ανάρτηση αξίζει κι αντίστοιχο φινάλε -λιγότερο “ξύλινο”.
-Τι έγινε ρε παιδιά; Πότε κοιμήθηκα αριστερός και ξύπνησα εθνικιστής; Τι ρεζιλίκια είναι αυτά;

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Ο Σαράφης έρχεται...!

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα με τίτλο: Σαράφης στα Τρίκαλα, στο Παρίσι... τώρα και στο Σύριζα.

Ο Βίτσας χτες σύγκρινε τη μεταγραφή της Μεγαλοοικονόμου με την προσχώρηση του στρατηγού Στέφανου Σαράφη -που ως τότε ανήκε στο κεντρώο χώρο- στον ΕΛΑΣ και αργότερα στο ΚΚΕ. Αργότερα προσπάθησε να μετριάσει τις εντυπώσεις, λέγοντας πως δεν κάνει απ’ ευθείας αντιστοιχίσεις, αλλά προσπαθεί να αποδείξει πως οι συνεργασίες γίνονται επί της πολιτικής πρακτικής κι όχι λόγω ιδεολογικής συγγένειας.


Μεγάλη μπουκιά φάε, Μεγαλοοικονόμου πάρε, αλλά μεγάλη κουβέντα μη λες. Αλλιώς μπορεί να την πατήσεις, όπως τα Συριζο-τρολ που την είχαν περιλάβει και τώρα γλείφουν εκεί που έφτυναν.

Τι δουλειά έχει η Μεγαλοοικονόμου του Λεβέντη με το αντάρτικο και το Στέφανο Σαράφη; Όση σχέση έχει ο Σύριζα με τον ΕΛΑΣ και τον κομμουνισμό. Ή όση έχει ο στρατηγός Σαράφης με τον καταστηματάρχη Σαράφη που ξέρουμε ολοι από τη γνωστή διαφήμιση κι απεβίωσε τις προαλλες, σε ηλικία 91 ετών.



Αν και αυτός ο τελευταίος είχε τελικά κάποια σχέση. Όχι μόνο γιατί είναι κι οι δύο από τα Τρίκαλα, την πόλη όπου στην κεντρική πλατεία της δεσπόζει το άγαλμα του Στρατηγού, κι είχαν μάλλον κάποια συγγένεια. Αλλά και γιατί ο καταστηματάρχης Σαράφης είχε ενταχτεί σε νεαρή ηλικία στον ΕΛΑΣ και είχε πολεμήσει στο βουνό, ενώ λέγεται ότι παρέμενε αριστερός -αν και αυτό χρειάζεται συμπληρωματική διευκρίνιση, ως προσδιορισμός.

Χρειάζονται προσοχή αυτά, γιατί μπορεί να βγει πχ κι ο Ζουράρις και να πει πως και στον ΠΑΟΚ είχαν Σαράφη -που λένε πως αρχικά υποστήριζε άλλη ομάδα. Αρχιστράτηγος ο ένας, αρχισκόρερ του ΠΑΟΚ ο άλλος, δεν είναι και τόσες δα οι διαφορές. Τζάμπα τραγουδούσαν δηλαδή στου Μαξίμου αντάρτικα, προ μηνών, τα στελέχη της κυβέρνησης;


Το ‘χε πει εξάλλου και ο Καμμένος στο πρόσφατο Συνέδριο του Σύριζα πως η μεταξύ τους συμμαχία είναι σαν αυτή του Σαράφη με τον ΕΛΑΣ. Πάλι καλά που δεν είπε για το Ζέρβα και το Γοργοπόταμο.

Όλοι έχουν ένα Σαράφη λοιπόν -ακόμα και οι ΑΝΕΛ. Γιατί δηλαδή να μην έχει έναν κι ο Σύριζα; Σαράφης στα Τρίκαλα, στην Αθήνα, στο Παρίσι… Τώρα και στο Σύριζα!


Κι αν χάθηκε κάπου στο δρόμο η ελπίδα, μη σκάτε. Ο Σαράφης έρχεται!

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Η μεγάλη του σοσιαλισμού σχολή

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα με τίτλο: “Είχα την τύχη να ζήσω μερικά χρόνια από το μέλλον της ανθρωπότητας”

Η πολιτική εξδήλωση της ΚΟΑ “εμείς που σπουδάσαμε στο σοσιαλισμό” έμοιαζε κατά κάποιον τρόπο με συνάντηση παλιών συμμαθητών: παλιοί φίλοι και γνωστοί, αναμνήσεις, πειράγματα, πολλά από αυτά στη ρωσική -που ήταν κι η βασική γλώσσα συνεννόησης πέρα από τα ελληνικά- πλατιά χαμόγελα και αρκετή συγκίνηση, μεταξύ άλλων για αυτούς που λείπουν και πιο ειδικά για τις χώρες που τους σπούδασαν: τη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες και σοσιαλιστικές χώρες της ΚΑ Ευρώπης.

Δεν ήταν λοιπόν μια τυπική συνάντηση παλιών συμμαθητών, σαν τις άλλες. Αυτή είχε πολιτική ομιλία και καθαρό πρόσημο (αντί για σύναξη ετερόκλιτων χαρακτήρων που έτυχε να βρεθούν στα ίδια θρανία) και κάτι σαν “τιμώμενο πρόσωπο” το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε -και υπερασπιζόμαστε. Ιδίως όσοι τον έζησαν από κοντά, είχαν την τύχη να σπουδάσουν εκεί και ξέρουν πολύ καλά τι ακριβώς ήταν αυτό που χάσαμε, έστω κι αν έζησαν στα τελευταία χρόνια της παρακμής του.

Δεν ήταν προφανώς όλοι οι παλιοί συμμαθητές και δεν εννοώ μόνο αυτούς που δεν μπόρεσαν να παραβρεθούν πχ λόγω απόστασης -αν και ήρθε τελικά κόσμος από όλη την Ελλάδα. Δεν ήταν πχ αυτοί που είχε στείλει το ΠΑΣΟΚ στα χρόνια της Περεστρόικα να σπουδάσουν -ναι, γινόταν κι αυτό- ή όσοι είχαν πάει μεν με υποτροφία από το Κόμμα, αλλά στην πορεία πέρασαν απέναντι να συναντήσουν τους άλλους, παλιούς και νέους Πασόκους, χύνοντας πολιτική χολή ενάντια στον υπαρκτό -που δεν υπάρχει πια.

Από μια άποψη, δεν υπήρχε σημειολογικά καλύτερο μέρος, για να γίνει αυτή η εκδήλωση από το Κρεμλίνο του Πειραιά, κάτω από τα γραφεία όπου ιδρύθηκε το ΚΚΕ πριν από 100 χρόνια. Από μια άλλη άποψη, ο χώρος αποδείχτηκε πολύ μικρός για να χωρέσει όλους τους (άμεσα ή μη) ενδιαφερόμενους και ίσως χρειαζόταν ένα… μικρό γήπεδο ή μια μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων (σαν αυτήν στον Περισσό, που παραείναι όμως χρωματισμένη -πιο πολύ και από το Κρεμλίνο). Λαμβάνεται υπόψη για την επόμενη φορά, γιατί είναι βέβαιο πως θα υπάρξει, με βάση τη θερμή, μαζική ανταπόκριση, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία.

Ένα άλλο ερώτημα ήταν σχετικά με το χρόνο αυτής της εκδήλωσης, που ίσως έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα (αργήσατε 42 χρόνια, είπε μια απόφοιτος από το κοινό, χωρίς να προκύπτει κάποιο ορόσημο το 1976, πέρα από την επιστροφή των πρώτων πολιτικών προσφύγων ίσως). Αλλά έδεσε ωραία με τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την Οχτωβριανή -και την ίδρυση του κόμματος). Σε κάθε περίπτωση, ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε, και τώρα το βασικό είναι υπάρξει συνέχεια.


Μια συνέχεια που μπορεί να διασφαλιστεί με τα στοιχεία επικοινωνίας που έδωσαν όσοι βρέθηκαν (και ήθελαν να τα δώσουν βέβαια) στους διοργανωτές, πάνω σε μια αίτηση που είχε στο φόντο, ως υδατογράφημα, το χάρτη της ΕΣΣΔ. Αν και το φόντο πίσω από το βήμα της εκδήλωσης ήταν ένας χάρτης με όλες τις χώρες της σοσιαλιστικής κοινότητας στην Ευρώπη. Και τέλος πάντων, το βασικό από γεωγραφική-πολιτική άποψη, όπως είπε ο ομιλητής, Μάκης Παπαδόπουλος, με προσεκτικά επιλεγμένη διατύπωση, είναι να μην μπερδεύουμε εκείνες τις χώρες με αυτές που βρίσκονται σήμερα γεωγραφικά στην ίδια θέση. Και είναι ζήτημα πόσοι -ακόμα κι από τους παρευρεθέντες στην εκδήλωση- πέφτουν σε αυτό το λάθος.

Αυτό που ξεχώρισε από την ομιλία ήταν το κάλεσμα στους… απόφοιτους του σοσιαλισμού να συμβάλουν με διάφορους τρόπους τόσο στην απόκρουση του αντικομμουνισμού και του αντισοβιετικσμού ειδικότερα στις σχολές, όσο ερευνητικά, στη μετάφραση αρχειακού υλικού, ή στην αναζήτηση των αιτιών επικράτησης της αντεπανάστασης. Κι ήταν κοινή διαπίστωση του κοινού (που έζησε σε μια χώρα όπου όλα σχεδόν ήταν κοινά, ενώ τώρα περισσεύουν οι “κοινές γυναίκες”, ως σημάδι “ελευθερίας” και του θριάμβου του καπιταλισμού) πως είναι επιτακτική η ανάγκη να οργανωθούν οι άμυνες και μια συλλογική απάντηση στα αναρίθμητα κρούσματα αντικομμουνισμού στα ελληνικά πανεπιστήμια. “Μόνη μου δεν μπορώ να το κάνω, όλοι μαζί όμως έχουμε πολλές δυνατότητες” είπε μια απόφοιτος, “αρκεί αυτό να μην έχει καμία σύνδεση με πρεσβείες κι επιμελητήρια”, προσέθεσε με νόημα.

Η ίδια απόφοιτος δοκίμασε και τα αντανακλαστικά του κοινού, λέγοντας για πλάκα κάτι για την Πετρούπολη -που πιο πριν την είχε πει με το σωστό της όνομα: Λένινγκραντ- για να κερδίσει τις άμεσες, ουρανομήκεις διαμαρτυρίες των συμφοιτητών της, που την ανακάλεσαν στην παλιά (μα πάντα νέα) τάξη πραγμάτων.

Οι σύντομες παρεμβάσεις που ακολούθησαν ήταν ίσως το πιο ζωντανό και ενδιαφέρον μέρος της εκδήλωσης, και είχαν τα πάντα: βετεράνους με τρεμάμενη φωνή και χέρια (ένας σπούδασε στο Χάρκοβο, που σήμερα ελέγχεται από τη φασιστική κυβέρνηση της Ουκρανίας), την κόρη του Βάσου Γεωργίου -παλιού, ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ που εν είναι πια στη ζωή- αναφορές σε αυτό που κάποιοι ονόμασαν “παιδομάζωμα” ενώ ήταν παιδοσώσιμο, καθώς και στη χαρούμενη ΣΔ του Ουζμπεκιστάν και τη Ρουμανία όπου γλεντούσε ο κόσμος. Καθώς επίσης και συγκίνηση για τις πρώτες γενιές που σπούδασαν σε αυτές τις χώρες και έχουν αποχωρήσει (στη μεγάλη τους πλειοψηφία) από το προσκήνιο και τη ζωή, αλλά και μεγάλη ευγνωμοσύνη για το σοβιετικό (και όχι μόνο) λαό που τους σπούδασε.


Με δυο λόγια ήταν όλες παρεμβάσεις από “τους τυχερούς της ιστορίας” όπως είπε κάποιος, περήφανος που ανήκει σε αυτούς. Για να προσθέσει μια άλλη συντρόφισσα-απόφοιτος πως είναι “περήφανη, γιατί είχα την τύχη να ζήσω επτά χρόνια από το μέλλον της ανθρωπότητας”. Κι αυτή είναι αξία ανεκτίμητη. Μεγαλύτερη και από τη συγκίνηση που πρόσφεραν στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα κάποια συγκροτήματα που έκαναν θραύση στην εποχή τους, τρεις και τέσσερις δεκαετίες πριν, όπως το συγκροτημα “Ερμής” (τι να μας πουν κι ο Ολύμπιανς…).



Στο κλείσιμο, ο Μάκης Παπαδόπουλος είπε πως το ΚΚΕ θα σκεφτεί με ποιον τρόπο και ποιες συγκεκριμένες μορφές μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα στην πράξη αυτή τη μαζική ανταπόρκιση και προσφορά. Έχει συνεπώς ενδιαφέρον να δούμε τις σχετικές πρωτοβουλίες το επόμενο διάστημα.

Σημειωτέον πως ο ομιλητής δεν είχε την τύχη να σπουδάσει σε σοσιαλιστική χώρα -όπως είπε κι ο ίδιος. Κι εξέφρασε μια δόση -καλώς εννοούμενης- “ζήλειας”, που την νιώσαμε ως θεατές της εκδήλωσης, και εμείς της μειοψηφίας που “δε σπουδάσαμε στο σοσιαλισμό” και θαυμάζαμε τους υπόλοιπους. Αυτούς που είχαν την τύχη να ζήσουν από κοντά κάποια από τα χρόνια του μέλλοντος της ανθρωπότητας. Κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο προνόμιο για να πάει χαμένο και να μείνει έτσι, αναξιοποίητο.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Αχ…τσιόγλου, εσύ μας μάρανες

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Δέκα στιγμιότυπα κι ειδήσεις που ξεχώρισαν από τις κινητοποιήσεις και την υπόλοιπη επικαιρότητα των ημερών.

Η απαξίωση και η Λίμνη των Κύκνων

Η υπουργός ήθελε να παραμείνει ψύχραιμη, για να κερδίσει τις εντυπώσεις και να χτίσει το αφήγημα μιας εναντίον της επίθεσης για εκφοβισμό (bullying) -λες και έχει τέτοιες ευαισθησίες ο πολιτικός παχυδερμισμός. Ο φακός όμως συνέλαβε την απαξίωση στο βλέμμα της, το αλαζονικό βλέμμα του κυρίαρχου και της εξουσίας. Δυστυχώς οι εργάτες διαδηλωτές δε διέθεταν την απαραίτητη καλλιέργεια για να εκτιμήσουν έστω τις χορευτικές της κινήσεις, όμοιες με μπαλαρίνας στη Λίμνη των Κύκνων, και να την χειροκροτήσουν.



Φασίστα με είπες μια βραδιά

Δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοιο επίπεδο η “αριστερά του σαλονιού”, ακόμα και στην αγροτική της εκδοχή, με το Νίκο Παπαδόπουλο (κι εμένα οι παππούδες μου ήταν αγρότες). Περιμέναμε κάτι πιο κομψό και εκλεπτυσμένο. Πχ μια έρευνα από το Ινστιτούτο Πουλαντζάς που να αναλύει αν εδώ έχουμε να κάνουμε με κλασικό φασισμό ή κράτος έκτακτης ανάγκης, αν υπάρχουν περιθώρια φιλελευθεροποίησής του, όπως με τη χούντα των Συνταγματαρχών κτλ.


Με τα μάτια μιλάμε εμείς

Στην πρόσφατη αιφνιδιαστική κινητοποίηση στο Υπουργείο Οικονομικών, βρέθηκε μια διμοιρία ΜΑΤ -σαν άτυχη ρωμαϊκή περίπολος στο γαλατικό χωριό- που θεώρησε πως μπορεί να επέμβει. Κατάλαβε γρήγορα το λάθος της και οπισθοχώρησε με ελαφρά πηδηματάκια, και τους διαδηλωτές απέναντι να έρχονται με αλυσίδες κατά πάνω της και να της δείχνουν ευγενικά την έξοδο, χωρίς να την αγγίζουν. Με τα μάτια μιλάμε εμείς.


Κόκκινη Πρωτομαγιά – Πρωτοπόρα κυβέρνηση


Τις προάλλες ανακοινώθηκε πως απ’ την Πρωτομαγιά θα εκτελούνται πλειστηριασμοί κατοικιών και για τα χρέη προς τις Δημόσιες Υπηρεσίες -και όχι μόνο προς τις τράπεζες. Μετά από τον αγώνα για το 8ωρο και τη μείωση του χρόνου εργασίας -που τον “κερδίζουν” οι άνεργοι- έρχεται μία ακόμα νίκη στον αγώνα κατά της ιδιοκτησίας, που είναι κλοπή -όπως έλεγε κι ο Προυντόν.
Νικάμε (ταξικά) αδέρφια, ζήτω η ταξική Πρωτομαγιά! Και η σημειολογία της (μέχρι και τους 200 της Καισαριανής είχε χρησιμοποιήσει σε άλλη φάση ο Τσίπρας).

Κάτω τα χέρια απ’ της ΛΑΕ το βιος

Ο Λαφαζάνης είπε πως θα επιστρατεύσει χάκερ, για να σταματήσει τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς. Αλλά το κράτος έκανε ρελάνς βάζοντας στο στόχαστρο, για πλειστηριασμό, τα γραφεία της ΛΑΕ. Την άλλη φορά μπορεί να δώσουμε εκεί ραντεβού, αντί για τα ειρηνοδικεία και να φωνάζουμε συνθήματα: κάτω τα χέρια απ’ της ΛΑΕ το βιος.


Ένας είναι ο εχθρός

Τις προάλλες η Παπαρήγα είπε στους βουλευτές της ΝΔ να μη συγχέουν την κομμουνιστική ιδεολογία με τα φληναφήματα του Σύριζα, αν θέλουν να της ασκήσουν σοβαρή κριτική. Κι ο Βορίδης -που εκτός από φασίστας είναι ίσως κι ο πιο διαβασμένος δεξιός- αναγνώρισε, χωρίς να απαντά στην Αλέκα, πως το ΚΚΕ μένει ο μόνος στρατηγικός τους αντίπαλος, σε μια σπάνια εξομολόγηση και κρίση ειλικρίνειας.


Ο Σύριζα αντιθέτως “ακυρώνει τις ιδεολογικές διαφορές” και δεν είναι παρά μόνο “τακτικός, εκλογικός αντίπαλος” αφού “δε γεννιούνται όροι σοβαρής πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης” μαζί του.

Ποιος τον μπι-μπιπ τον Ζουρ-ΑΡΗ;

Ο Ζουράρις εξαναγκάζεται σε παραίτηση, επειδή είναι “διανοούμενος”-χούλιγκαν κι η κυβέρνηση “κλονίζεται” για τα αθλητικά, εν μέσω απεργίας και μαζικών κινητοποιήσεων. Είναι να μη σε πιάνει το γαμώτο;

Στο Λευκό τον Οίκο πήρα τα φιλιά της, είχε κι ένα σπίτι στην Καλιφόρνια…


Η ενημερωτική εκπομπή του καναλιού του Φαλήρου προτρέχει λίγο, αλλά βλέπει μπροστά. Ας βάλουμε τα δυνατά μας να μην τους διαψεύσουμε και πάει χαμένη η προφητική γκάφα.


Αχ-τσιόγλου εσύ μας μάρανες

Η δεκαετία με τις βάτες αποχωρεί σιγά-σιγά από το προσκήνιο. Ο Πανούσης παίρνει τη σκυτάλη από το Λουκιανό, την Αρλέτα και το Στάθη Ψάλτη. Πίσω μένουν τα κακέκτυπα της “Αλλαγής”, σαν τη σημερινή κυβέρνηση, και ο γιος του Μητσοτάκη -μέχρι κι αυτός έφυγε από τη ζωή. Κάποιοι περίμεναν να δουν την Αριστερά κυβέρνηση και μετά ας πεθάνουν ευτυχισμένοι, αλλά αυτή η -καθαρά δεξιά, πολιτικά μιλώντας- κυβέρνηση, θα τους ξεκάνει όλους.


Να δεις τι σου ‘χω για μετά

Για μετά, εμείς (μην τα γράψετε με κεφαλαία και μπερδευτείτε με παλιούς και νέους πασόκους συνδικαλιστές) έχουμε τα απογευματινά συλλαλητήρια (σ.σ.: το κείμενο γράφτηκε και ανέβηκε χτες το μεσημέρι στην Κατιούσα). Μακάρι να βγει κάτι καλό για να εμπλουτίσουμε την παραπάνω λίστα. Αλλιώς, ο Τσακαλώτος μας φυλάει τα χειρότερα για τη συνέχεια.
Από τον Τσίπρα και μετά, μας έχουν πνίξει τα σκ…

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Στη στεριά δε ζει το ψάρι…

Αρχική δημοσίευση: Κατιούσα

Ο Τζίμης Πανούσης ήταν αναμφισβήτητα ταλαντούχος κι αυτό δύσκολα θα μπορούσε να μην του το αναγνωρίσει κανείς.

Ήταν από τους πρόδρομους στο είδος του stand-up comedy κι είχε κορυφαίες στιγμές σάτιρας: πχ με τον κλασικό ορισμό του κυβερνητικού ανασχηματισμού, όπου άλλαζε θέση στο συγκρότημά του τον ντράμερ με τον κιθαρίστα. Ή όταν σατίριζε τις συναυλίες και την αφιλοκερδή συμμετοχή του Νταλάρα – ο οποίος πάντως τον αποχαιρέτησε χτες με ένα σχεδόν συγκινητικό μήνυμα.

Έκανε αξιόλογες μουσικές δουλειές, κυρίως τα πρώτα χρόνια με τις Μουσικές Ταξιαρχίες. Δεν είχε μουσικά “σωστή φωνή”, αλλά μπορούσε να καλύψει το μειονέκτημα με ψυχή, πχ όταν τραγουδούσε “Ο Μπελογιάννης ζει” -που χάρη σε αυτόν το έμαθαν αρκετοί που δε θα το άκουγαν ποτέ διαφορετικά.

Είχε καυστικό στίχο, που έβαζε συχνά κάποιον προβληματισμό: πότε αντιρατσιστικό, με το “είμαι Γυφτάκι στην Πανεπιστημίου”, πότε για το “έθνος [που] προσκυνά σώβρακα και φανέλες” (με τον μακάβρια προφητικό στίχο “στραβάδια απολύομαι” σε 35 χρόνια), πότε για την “Αχ Ευρώπη”, όπου εκφράζει απλοϊκά μια αντι-ΕΟΚ διάθεση, και το “Νεοέλληνα”, όπου στο τέλος του βίντεο-κλιπ παίζει αντίστροφα τις σκηνές από την παράδοση των όπλων στη Βάρκιζα, οι αντάρτες φαίνεται να τα παίρνουν πίσω κι ο Τζιμάκος μας κλείνει πονηρά το μάτι.

Έκανε πετυχημένες εκπομπές λόγου στο ραδιόφωνο, όπως για παράδειγμα το Δεκέμβρη του 08′, μιλώντας για τους μπάτσους που φυλάνε ηρωικά τα σύνορα της πατρίδας μας με τα Εξάρχεια.

Όλα αυτά -κατά κανόνα- με χιούμορ, πηγαίο ταλέντο -ακόμα κι αν μας εκνεύριζε ενίοτε με τις μπηχτές και την πολιτική θέση που έπαιρνε- και με ένα ιδιαίτερο στιλ που τον καθιέρωσε. Κι εκεί θα σταματούσε η περιγραφή, αν ο Πανούσης σταματούσε την καριέρα του τη δεκαετία του 80′ ή του 90′, μαζί με κάποιες μεταγενέστερες εκλάμψεις του.

Μόνο που δε σταμάτησε τότε. Και θα εθελοτυφλούσε όποιος δεν έβλεπε την άλλη πλευρά του νομίσματος για τον Πανούση. Τον Πανούση που έγινε κι αυτός κομμάτι του συστήματος. Βολεύτηκε κι έβγαλε αρκετά λεφτά, έβρισκε βήμα (και χρήμα) σε ιδιωτικούς σταθμούς επιχειρηματιών και σε μαγαζιά για ζωντανές εμφανίσεις με εισιτήρια και τιμές που βαρούσαν στην τσέπη. Κι αυτό από μόνο του μπορεί να μην είναι κατακριτέο (στον καπιταλισμό ζούμε), αλλά είναι παράδοξο για κάποιον που κατέκρινε άλλους, με παρόμοιο σκεπτικό.

Τον αντιφατικό Πανούση που πήγε να τραγουδήσει σε ένα από τα πρώτα gay-pride αλλά μιλούσε ενάντια στο… “gay κατεστημένο” και τους “κουνιστούς”. Που τραγουδούσε “στης Βουλής τα έδρανα, αχ και εγώ να έκλανα” -που το έγραψε, κατά τραγική ειρωνεία ο μετέπειτα βουλευτής Ψαριανός- αλλά ύστερα από χρόνια είπε πως το κόμμα έχει το κίνημα καθηλωμένο στο 4% -μετρώντας το με καθαρά εκλογικούς όρους!

Τον Πανούση που ξέπλυνε ακόμα και τη Χρυσή Αυγή, όταν έλεγε πως είναι ένα είδος αριστερής Χαμάς και κάνει την κοινωνική πολιτική που θα έπρεπε κανονικά να έχει το ΚΚΕ. Τον Πανούση που έβγαλε μαζί με τον Αγγελάκα τη δική του χυδαία “Κατιούσα” -απλή συνωνυμία με τη δική μας- κερδίζοντας ακόμα και τα εύσημα του φασίστα Τζήμερου, μετά θάνατον, που τον αποχαιρέτησε ποστάροντας αυτό ακριβώς το τραγούδι.

Αυτά δεν αναιρούν όσα γράφτηκαν στην αρχή του κειμένου, αλλά δε γίνεται να τα παραβλέψει κανείς, στη λογική “ο νεκρός δεδικαίωται”. Και δεν είναι σεβασμός να κλείνουμε μάτια και αυτιά στην αλήθεια, εξιδανικεύοντας πρόσωπα και καταστάσεις (στη ζωή και στο θάνατο).

Τα λέτε αυτά, γιατί δεν τον συμπαθούσατε πολιτικά, μπορεί να σκεφτεί κανείς.
Ο Πανούσης πολιτικά ήταν ανέκαθεν αλλού, αν όχι απέναντι, ήδη από την εποχή του Χημείου. Δεν ωφελεί να το κρύβει κανείς ή να υποκρίνεται. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα.

Ο Πανούσης των Μουσικών Ταξιαρχιών και των πρώτων χρόνων μπορεί πχ να τραγουδούσε το “βάρα μας Μαλάμη”, αλλά είχε χιούμορ, μια ποιότητα, κι αυτό απέπνεε αν όχι σεβασμό, τουλάχιστον μια αναγνώριση για το ταλέντο του. Σίγουρα υπάρχουν σύντροφοι που θα έλεγαν “μ’ αρέσει στα κρυφά και ο Τζιμάκος” για να παραφράσουμε ένα στίχο από το “Νεο-Έλληνα”.

Ο Τζίμης Πανούσης των πολλών τελευταίων χρόνων, όμως, ήταν ο πρώτος που πουλούσε τον εαυτό του, τον τυποποιούσε και τον σέρβιρε με το κατάλληλο περιτύλιγμα, πασπαλισμένο με κάποιες δάφνες του παρελθόντος του. Δεν ενοχλούσε πια το σύστημα, αλλά αναπαρήγαγε σε μεγάλο βαθμό τα εύκολα κλισέ και την προπαγάνδα του. Και σου έδινε την εντύπωση ότι έβριζε το ΚΚΕ όχι μόνο από άποψη ή για τα βιώματά του, αλλά γιατί αυτό πουλούσε στο κοινό του -και όχι μόνο- και έτσι κέρδιζε επαίνους από πολλές μπάντες.
Ο Πανούσης ήταν πάντα αυτό που ήταν, αλλά κανείς Τζήμερος δε θα πόσταρε πχ την Μπαλάντα για το Χημείο, για να τον αποχαιρετήσει -όπως έκανε τώρα με την “Κατιούσα” του.

Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος του Τζίμη Πανούση ξεσήκωσε για άλλη μια φορά -που μάλλον δεν είναι η τελευταία- πολιτικές συζητήσεις. Κι αυτό σίγουρα θα ήταν κάτι που θα τον ικανοποιούσε, αν το ήξερε, έστω και σαν τελευταία επιθυμία του, που έγινε πράξη.

Καλή αντάμωση στην κόλαση -και τα γουναράδικα…

Υγ: τη φωτό την πήρα απ’ το δημοσίευμα του 902 με τη δωρική αναγγελία της είδησης. Ένα μνημείο του “λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν”, που είναι πιο εύγλωττο κι από σιωπή.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Η Μεγάλη Στροφή

Το Πεντάχρονο πλάνο αποτελεί σημαντικό τμήμα της επίθεσης του παγκόσμιου προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό, είναι ένα πλάνο που στοχεύει στην υπονόμευση της καπιταλιστικής σταθερότητας, είναι το μεγάλο πλάνο της παγκόσμιας επανάστασης’’
(Πράβντα, 29/8/1929)
Έτσι ονομάστηκε συμβατικά η ριζική στροφή στην οικονομική πολιτική της ΕΣΣΔ το 1928/1929 με την εγκατάλειψη της ΝΕΠ και την επιτάχυνση της κολεκτιβοποίησης και της εκβιομηχάνισης. Ο όρος προέρχεται από τον τίτλου ενός άρθρου του Ι. Στάλιν ‘Ο Χρόνος της Μεγάλης Στροφής’ που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα στις 7 Νοεμβρίου του 1929 στη 12η επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης

1. Η προετοιμασία
Όλα τα βασικά στοιχεία του προγράμματος της εκβιομηχάνισης έχουν τις ρίζες τους στα τελευταία γραφτά του Λένιν. Η πολιτική της εκβιομηχάνισης αποτελούσε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό και την υπεράσπιση της σοβιετικής εξουσίας και ήταν η βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενίσχυση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας και για τυ σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της υπαίθρου.

Η περίοδος της αποκατάστασης εξασφάλισε την ελάχιστη βάση για να εκπονηθεί το 1ο 5χρονο. Η πολιτική του εξηλεκτρισμού της ΕΣΣΔ είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία 30 ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών και τον τριπλασιασμό της παραγόμενης ισχύς μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1920. Τα εργοστάσια αυτά έπαιξαν σημαντικότατο επαναστατικό ρόλο σαν μέσα συγκέντρωσης και ορθολογικοποίησης της παραγωγής κατεδαφίζοντας την παλιά οικονομική τάξη και εξασφαλίζοντας μια ελάχιστη παραγωγική βάση για την σοσιαλιστική κοινωνία.

Από την άλλη η παραγωγικότητα του παλιού κεφαλαιακού αποθέματος είχε εξαντληθεί ενώ μεγάλα προβλήματα σχετικά με το βαθύ μετασχηματισμό της οικονομίας έπρεπε να λυθούν. Έπρεπε να ξεκινήσουν νέα μεγάλα κατασκευαστικά έργα ενώ αναγκαίος ήταν ο ριζικός μετασχηματισμός του παραδοσιακού τρόπου παραγωγής στη γεωργία. Κι όλα αυτά σε ένα περιβάλλον ανοικτής εχθρότητας του καπιταλιστικού κόσμου και αυξανόμενης αντίδρασης των καπιταλιστικών στοιχείων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ.

Το πλαίσιο του σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης διαμορφώθηκε μεταξύ των ετών 1925-1928 και αποτέλεσε την κατευθυντήρια αρχή της σοβιετικής οικονομικής πολιτικής. Απαιτήθηκε τεράστια διανοητική προσπάθεια αλλά και σκληρή πολιτική πάλη, πριν το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης κερδίσει τη γενική αποδοχή. Οι πρώτες απόπειρες εκπόνησης κεντρικού πλάνου ξεκίνησαν την εποχή της ΝΕΠ με την δημιουργία επιμέρους πλάνων ανά σημαντικό κλάδο της οικονομίας (καύσιμα, τρόφιμα, μεταφορές κλπ) μέχρι να γίνει δυνατή η εκπόνηση ενός πλάνου που θα κάλυπτε την οικονομία στο σύνολό της. Η πολυδιάσπαση του αγροτικού τομέα έκανε το σύστημα αυτό του οικονομικού προγραμματισμού να είναι περισσότερο ενδεικτικό και λιγότερο αποφασιστικό.

Το 1927, όταν ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση της οικονομίας από τις πολεμικές καταστροφές κι είχε συγκεντρωθεί πείρα στον κρατικό μηχανισμό, έγινε εφικτή η εκπόνηση ενός συνολικού πλάνου. Η προετοιμασία του α’ πεντάχρονου κράτησε περίπου 3 χρόνια και έγινε με βάση τις κατευθύνσεις του 15ου συνεδρίου (1927). Κατατέθηκε στη 16η συνδιάσκεψη του Κόμματος καθώς και στο 5ο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ (1929).

Η διάρκεια του πλάνου αποφασίστηκε να είναι πενταετής, γιατί η ανάγκη του ριζικού μετασχηματισμού της εθνικής οικονομίας σε μια σύγχρονη μεγαλύτερη και πιο εκτεταμένη κλίμακα χρειάζονταν τεράστια έργα υποδομής, μεγάλο αριθμό νέων εργοστασίων, κρατικών και συνεταιριστικών αγροκτημάτων. Όλα αυτά δεν μπορούσαν να χωρέσουν στα όρια ενός ετήσιο πλάνου. Η προετοιμασία του πλάνου έγινε σε κάθε εργοστάσιο και παραγωγική μονάδα όπου οι εργάτες συζήτησαν τις προοπτικές και τη συνεισφορά τους στο πλάνο όπως και σε κάθε τοπικό και ενωσιακό σοβιέτ. Έτσι το πεντάχρονο ήταν ένα πλάνο σοσιαλιστικής οικοδόμησης που δημιουργήθηκε από το λαό και ενσωμάτωνε την ταξική συνείδηση, την επιστημονική σκέψη, τη μεγάλη επαναστατική πείρα και την ακλόνητη αποφασιστικότητα των εργαζομένων της ΕΣΣΔ να χτίσουν μια σοσιαλιστική κοινωνία.

2. H λογική και οι στόχοι του 1ου πεντάχρονου.

Οι βασικές προϋποθέσεις που έκαναν εφικτό τον κεντρικό σχεδιασμό ήταν:
  • Η δικτατορία του προλεταριάτου δηλ. η καταστροφή του αστικού κράτους και η συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου που αυτόματα έγινε ο οργανωτής και ο ηγέτης της εθνικής οικονομίας.
  • Η εθνικοποίηση της γης των εργοστασίων των υποδομών των τραπεζών κλπ
  • Το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου
Ο στόχος του πεντάχρονου πλάνου ήταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της ΕΣΣΔ μέσω της ταχείας εκβιομηχάνισης και της σταθερής ενίσχυσης των σοσιαλιστικών στοιχείων στην οικονομία, έτσι ώστε η χώρα να φτάσει και να ξεπεράσει το τεχνολογικό και οικονομικό επίπεδο των καπιταλιστικών χωρών.

Με τη βοήθεια των κολοσσιαίων φυσικών πόρων της ΕΣΣΔ, τα πλεονεκτήματα που έδινε το σύστημα της οργανωμένης και σχεδιασμένης εθνικής οικονομίας, τη λαϊκή δυναμική που απελευθέρωσε η Οκτωβριανή επανάσταση και τα τελευταία επιτεύγματα της επιστήμης έγινε εφικτός ένας ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης μεγαλύτερος από αυτόν που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία.

Ήδη η ΝΕΠ είχε δείξει τα όριά της και τόσο η παραγωγή πρώτων υλών όσο ακόμη και η παραγωγή μέσων κατανάλωσης, αν και είχε φτάσει στα προπολεμικά επίπεδα, δεν μπορούσε να λύσει την αυξανόμενη ζήτηση με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ελλείψεις. Στον αγροτικό τομέα οι βιομηχανικές καλλιέργειες και η παραγωγή τροφίμων είχαν φτάσει κοντά στα προπολεμικά επίπεδα και αποτελούσαν τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη. Η παραγωγικότητα στον αγροτικό τομέα ήταν εξαιρετικά χαμηλή όπως και το βιοτικό επίπεδο. Η ορθολογική λύση στο αγροτικό πρόβλημα ήταν από τη μία η βελτίωση των μεθόδων καλλιέργειας με την εκμηχάνιση, τη χρήση λιπασμάτων, την ορθολογική οργάνωση της δουλειάς, και από την άλλη η ενίσχυση του σοσιαλιστικού τομέα της γεωργίας.

Τα προηγούμενα χρόνια στο σοβιετικό τύπο διεξήχθη μια θεωρητική διαμάχη μεταξύ των κομμουνιστών και των αστών ειδικών για το αν προηγούταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Δεν επρόκειτο φυσικά για μα θεωρητική διαμάχη αλλά για την μορφή που πήρε η πολιτική πάλη ανάμεσα στον καπιταλιστικό και στο σοσιαλιστικό δρόμο οικονομικής ανάπτυξης. Η κεντρική ιδέα που καθόρισε την οικονομική πολιτική της σοβιετικής κυβέρνησης ήταν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έπρεπε να οδηγεί στη συνεχή πρόοδο του σοσιαλισμού, στην αποφασιστική εξάλειψη των καπιταλιστικών στοιχείων και στη σταθερή ενίσχυση των σοσιαλιστικών στοιχείων σε όλο το εύρος της οικονομίας.

Ο μόνος δρόμος ήταν η ενίσχυση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας. Αυτό που χρειαζόταν ήταν να αυξηθεί σημαντικά η συμμετοχή της βιομηχανίας στο συνολικό προϊόν αλλά ακόμη πιο σημαντικό, ο ρυθμός ανάπτυξης στις βιομηχανίες που διαμορφώνουν την πρώτη υποδιαίρεση του συστήματος της διευρυμένης αναπαραγωγής του Μαρξ (δηλ. στις βιομηχανίες που παράγουν μέσα παραγωγής) έπρεπε να είναι υψηλότερος από κάθε άλλο τομέα της οικονομίας. Αυτός ήταν ο πρώτος κρίκος που θα πρέπει να πιάσει η σοβιετική οικονομία για να τραβήξει ολόκληρη την αλυσίδα της σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Μια χώρα αγροτική με υπανάπτυκτη βιομηχανία και καθυστερημένο αγροτικό τομέα, έπρεπε να μετασχηματιστεί σε χώρα βιομηχανική με εκμηχανισμένο αγροτικό τομέα. Η ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας ήταν εκ των πραγμάτων ο μόνος και άμεσος στόχος μιας στρατευμένης πολιτικής αν λάβουμε επίσης υπόψη ότι ο καπιταλιστικός κόσμος οργάνωνε σταυροφορία ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Οι πηγές της αρχικής επένδυσης ήταν τα πλεονάσματα των κρατικών επιχειρήσεων και των σοβχόζ και κολχόζ, η έκδοση κρατικών ομολόγων που καλύφθηκαν με τα χρήματα των εργατών και των κολχοζνίκων και τα έσοδα από τις εξαγωγές πρώτων υλών και μέρους του εμπορικού πλεονάσματος της γεωργίας.

Αναφορικά με το ρυθμό της εκβιομηχάνισης, αυτός συνδέθηκε με τον αντίστοιχο ρυθμό ανάπτυξης των καπιταλιστικών χωρών. Η ΕΣΣΔ υιοθέτησε ένα τολμηρό πρόγραμμα για να φτάσει και να ξεπεράσει σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα το τεχνικό και οικονομικό επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών. Αυτή ήταν η πολεμική κραυγή που ενέπνευσε εκατομμύρια στη καθημερινή τους πάλη και δράση. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης είχαν τεράστια σημασία για την ενίσχυση του σοσιαλισμού στο εσωτερικό.

Εξίσου σημαντική στα πλαίσια του πεντάχρονου πλάνου ήταν η αποδέσμευση της σοβιετικής οικονομίας από την εξάρτησή της από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις. Αυτό δεν σήμαινε ότι η ΕΣΣΔ θα μείωνε τις οικονομικές της σχέσεις με τον καπιταλιστικό κόσμο αλλά ότι οι σχέσεις αυτές θα έπρεπε να ενισχύουν την ανεξαρτησία της και την ικανότητά της για βιομηχανική ανάπτυξη άρα και την εθνική της άμυνα. Η αυξανόμενη οικονομική ανεξαρτησία της ΕΣΣΔ και η αυξανόμενη ετοιμότητά της να αμυνθεί είχαν αποφασιστική σημασία για την επιλογή και αξιολόγηση όλων των οικονομικών πλάνων και έργων.

Τέλος μεγάλη σημασία για το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης είχε η ανάπτυξη της γεωργίας καθώς και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της οικονομίας του χωριού. Το συγκεκριμένο θέμα συζητήθηκε για πολλά χρόνια στα κομματικά όργανα. Δύο εναλλακτικές υπήρχαν για να λυθεί το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας του μικρού ατομικού κλήρου που αδυνατούσε λόγω του μεγέθους του να αφομοιώσει την τεχνολογία αλλά και τις μεθόδους και αρχές της επιστημονικής καλλιέργειας. Η πρώτη ήταν με τη δημιουργία μεγάλων καπιταλιστικών αγροκτημάτων και η άλλη με την κολεκτιβοποίηση του κλήρου των φτωχών και μεσαίων αγροτών, δηλ. τη συνένωσή τους σε μεγάλη κλίμακα που θα επέτρεπε τη χρήση μηχανών και την εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων. Η δεύτερη εναλλακτική οδηγούσε στην εξάλειψη των κουλάκων σαν τάξη.

Το πρόγραμμα σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης δεν θα μπορούσε να πετύχει αν το αγροτικό ζήτημα έμενε χωρίς λύση. Θα ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί μια μεγάλη σοσιαλιστική βιομηχανία, να συγκεντρωθεί και να εκπαιδευτεί το σοσιαλιστικό προλεταριάτο και να εκδιωχθούν τα καπιταλιστικά στοιχεία από τις πόλεις και παράλληλα να αναπτύσσονται τα μεγάλα καπιταλιστικά αγροκτήματα στην ύπαιθρο. Το ένα απέκλειε το άλλο, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός του χωριού ήταν αδιάσπαστα ενωμένος ενότητα με τη οικοδόμηση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας. Και όπως ο ρυθμός εκβιομηχάνισης και το πρόβλημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού του χωριού βρέθηκε στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης.

3. Η διαμάχη

Ο Κεντρικός Σχεδιασμός και το πρώτο πεντάχρονο πλάνο συνάντησαν σφοδρή αντίσταση από την αντισοβιετική αντιπολίτευση μέσα κι έξω από το ΠΚΚ(μπ). Στο διάστημα 1925-1926, έκανε την εμφάνισή της η ιδέα της ‘αγροτοποίησης’, οι υποστηρικτές της οποίας ήθελαν τη μεγάλη προσπάθεια να κατευθύνεται στην ανάπτυξη της γεωργίας με τη δημιουργία μεγάλων ιδιωτικών αγροκτημάτων που θα αποτελούσαν τη βάση που θα εξασφάλιζε τα μέσα για τη εκβιομηχάνιση στις πόλεις. Αυτή η πολιτική τοποθετούσε το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της γεωργίας στο απώτερο μέλλον. Σύμφωνα με αυτούς οι αυξημένες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ήταν αναγκαίες για την εισαγωγή του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού της γεωργίας. Αυτή η πολιτική θα αύξανε φυσικά τη σύνδεση της σοβιετικής οικονομίας με τον καπιταλιστικό κόσμο με δυσμενείς όρους για το σοβιετικό κράτος. Με θεμέλιο μια ισχυρή γεωργική παραγωγή θα ακολουθούσε η σταδιακή ανάπτυξη της βιομηχανίας. Οι ιδέες αυτές των Κοντρατίεφ, Βαϊνστάιν, Μακάροφ και άλλων εξέφραζαν τα συμφέρονταν των κουλάκων και των νεπμεν και είχαν μια μικρή επίδραση και μέσα στο ΠΚΚ(μπ). Οι απόψεις αυτές ηττήθηκαν στο 14ο συνέδριο.

Εξίσου σημαντική ήταν η αντιπαράθεση με τον τροτσκισμό. Η τροτσκιστική επίθεση υποτίθεται ότι γινόταν από τα αριστερά της γραμμής του κόμματος. Οι τροτσκιστές ζητούσαν υπερβολικά υψηλούς ρυθμούς εκβιομηχάνισης και πίστευαν, σύμφωνα με τον Πρεομπαζένσκι και το νόμο του της αρχικής σοσιαλιστικής συσσώρευσης, ότι η βάση για την εκβιομηχάνιση θα προερχόταν από τη εντατική εξαγωγή του πλεονάσματος της γεωργίας. Θεωρούσαν, χωρίς να κάνουν εισοδηματικές διακρίσεις, την αγροτιά σαν μια εσωτερική αποικία. Η πλειοψηφία του ΠΚΚ(μπ) στην πάλη της ενάντια στον τροτσκισμό, υπερασπίστηκε την εργατο-αγροτική συμμαχία, αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της δικτατορίας του προλεταριάτου, που με τη σειρά της ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της υπαίθρου. Οι τροτσκιστές ηττήθηκαν στο 15ο συνέδριο του ΠΚΚ(μπ) και τα περισσότερα στελέχη τους απομακρύνθηκαν από τις θέσεις ευθύνης τους.

Τέλος έπρεπε να αντιμετωπιστεί η δεξιά παρέκκλιση όπως ονομάστηκε η φράξια των Μπουχάριν, Ρυκόφ, Τόμσκι στο ΠΚΚ(μπ) που στον αντίποδα των τροτσκιστών θεωρούσε ότι ο ρυθμός εκβιομηχάνισης ήταν υπερβολικά γρήγορος, ενώ στην αγροτική πολιτική παλινδρομούσε μεταξύ της κολεκτιβοποίησης και των ισχυρών μεγάλων ιδιωτικών αγροκτημάτων. Υποτιμούσε την αντίσταση των καπιταλιστικών στοιχείων και επέμεινε ότι η ενότητα του χωριού και της πόλης μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της ελεύθερης αγοράς.

4. Τα αποτελέσματα και οι αντικομουνιστικοί μύθοι

Η οικονομική πολιτική του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους είχε σαν αποτέλεσμα τη συνεχή αριθμητική αύξηση του προλεταριάτου, την εξάλειψη της ανεργίας, τη μείωση του εργάσιμου χρόνου και την αύξηση των πραγματικών μισθών. Βελτίωσε θεαματικά το επίπεδο ζωής της εργατικής τάξης από χρόνο σε χρόνο ενώ ταυτόχρονο αύξησε το βιοτικό επίπεδο των φτωχών και μεσαίων αγροτών, μειώνοντας σημαντικά την απόσταση μεταξύ του επιπέδου ζωής του χωριού και της πόλης.

Τόσο η εκβιομηχάνιση όσο και η κολεκτιβοποίηση απαιτούσαν τη μεγαλύτερη δυνατή προώθηση της επιστημονικής γνώσης και την πλήρη αφομοίωση της τεχνολογίας από τους εργαζόμενους. Σαν συνέπεια, από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 εκατομμύρια εργάτες και φτωχοί αγρότες παρακολούθησαν τεχνικές σχολές είτε έγιναν δεκτοί στα πανεπιστήμια της χώρας, ενώ τα παιδία τους γίνονταν δεκτά στα πανεπιστήμια κατά προτεραιότητα από όλες τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Με τον τρόπο αυτό η στελέχωση τόσο της οικονομίας όσο και του κράτους συνολικότερα έγινε από εργάτες και φτωχούς αγρότες.

Τέλος, η νίκη της ΕΣΣΔ στον Β’ΠΠ πέρα από τον ηρωισμό του σοβιετικού λαού και στρατού βασίστηκε στην οικονομική βάση και τα τεχνολογικά επιτεύγματα των τριών πρώτων πεντάχρονων σχεδίων.

Αντίθετα από την αντικομουνιστική φιλολογία σε καμία χρονική στιγμή, ούτε ακόμη στο πρώτο πεντάχρονο, δεν προβλεπόταν μείωση της λαϊκής κατανάλωσης. Και για τις 2 υποδιαιρέσεις της οικονομίας οι ρυθμοί αύξησης ήταν θετικοί. Η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου εξασφαλιζόταν στην υποδιαίρεση ΙΙ (μέσα κατανάλωσης) ανεξάρτητα από τις επιδόσεις της υποδιαίρεσης Ι, αφού οι προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης κάλυπταν τόσο τις αποσβέσεις όσο και τις νέες κεφαλαιακές ανάγκες. Ούτε φυσικά η εκβιομηχάνιση έγινε απομυζώντας δήθεν την αγροτιά. Μαζί με τις σημαντικές επενδύσεις που κατευθύνθηκαν στον αγροτικό τομέα για την εκμηχάνισή του, η κολεκτιβοποίηση απελευθέρωσε εκατομμύρια αγρότες από μια ζωή στα όρια της επιβίωσης οδηγώντας τους στις πόλεις και στα νέα εργοστάσια.

Ιστορικά τα πεντάχρονα πλάνα αποτέλεσαν την ολοκλήρωση της νίκης των μπολσεβίκων, την υλοποίηση των οραμάτων της Οκτωβριανής επανάστασης. Έφεραν στο προσκήνιο την εργατική τάξη και έδειξαν το δρόμο για το μέλλον.
Άναυδος – Δεκέμβριος 2017

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Ματωμένα Χριστούγεννα 89' - Η εκτέλεση του Τσαουσέσκου

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η Ρουμανία του Τσαουσέσκου ήταν αρκετά ιδιότυπη περίπτωση. Ανήκε μεν στη σοσιαλιστική κοινότητα, αλλά ήταν απ’ τα “αγαπημένα παιδιά” της καπιταλιστικής Δύσης, παρουσιάζοντας φυγόκεντρες τάσεις απ’ το σοβιετικό κέντρο. Το 1968 αρνήθηκε να πάρει μέρος στη στρατιωτική επέμβαση του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, εναντίον της αντεπανάστασης. Και το 1984 ήταν από τις λίγες σοσιαλιστικές χώρες (μαζί με τη Γιουγκοσλαβία και την Κίνα που εντάσσονται ωστόσο σε άλλη κατηγορία) που δεν απείχε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες. Ήταν επίσης η πρώτη χώρα που είχε καταφύγει στον εξωτερικό δανεισμό από τις τράπεζες της Δύσης, και βρέθηκε υπερχρεωμένη, αλλά και η μόνη που δε χρωστούσε τίποτα το 89′, όταν ξέσπασε το ντόμινο των αντεπαναστατικών εξελίξεων στην Κεντρικο-Ανατολική Ευρώπη.


Αυτή η δεδομένη τάση μερικής αυτονόμησής της ήταν που καθιστούσε ιδιαίτερα συμπαθή τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου στους δυτικούς αλλά και στο ευρωκομμουνιστικό κίνημα -για να θυμηθούμε τις πολύ καλές σχέσεις που διατηρούσε με το “ΚΚΕ εσωτερικού”. Ενώ δεν ήταν ασφαλώς τυχαία και χωρίς πολιτική σκοπιμότητα, η ανάδειξη της Έλενας Τσαουσέσκου σε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, το 1976 -στα χρόνια της… “σοσιαλμανίας” του Καραμανλή και βασικά των ανοιγμάτων του Τσαουσέσκου προς τη Δύση.

Αυτή η ίδια τάση όμως γύρισε μπούμερανγκ στα χρόνια της Περεστρόικα και της επιχειρούμενης βελούδινης αντεπανάστασης, καθώς ο Τσαουσέσκου δεν ήταν διατεθειμένος να πέσει αμαχητί και να αποχωρήσει οικειοθελώς από το πολιτικό προσκήνιο, όπως έγινε με τους ηγέτες άλλων ΛΔ -Χόνεκερ, Ζίβκοφ κτλ. Έτσι η αντεπανάσταση χρειάστηκε να δείξει το “δημοκρατικό” της πρόσωπο και να παίξει όλα τα βρώμικα χαρτιά που είχε στο οπλοστάσιό της.



Έπαιξε το συνηθισμένο χαρτί της πτωματολογίας, με σκηνοθετημένες εικόνες μαζικής σφαγής στην Τιμισοάρα και πτώματα που ξεθάβονταν για να παρουσιαστούν ως οπτικά ντοκουμέντα κι “αποδείξεις” του μακελειού. Οργάνωσε επεισόδια κι αποδοκιμασίες στη μαζική συγκέντρωση υποστήριξης του Τσαουσέσκου που ετοίμασαν οι ρουμανικές αρχές. Ανέτρεψε τον Τσαουσέσκου, συνέλαβε τον ίδιο και τη γυναίκα του και τους οδήγησε με συνοπτικές διαδικασίες και μια παρωδία δίκη-εξπρές στο εκτελεστικό απόσπασμα, χωρίς να σεβαστεί καν την επιθυμία τους να μην τους δέσουν τα χέρια -λες και θα μπορούσαν να αποδράσουν.

Σύμφωνα με μια μαρτυρία, λίγο πριν την εκτέλεση της θανατικής ποινής τους, ο Τσαουσέσκου φώναξε “Θάνατος στους προδότες! Η ιστορία θα μας δικαιώσει” και τραγούδησε τη Διεθνή. Σε κάθε περίπτωση, οι εικόνες από τη δίκη και αμέσως μετά την εκτέλεση είναι σκληρές και προκαλούν συναισθηματική φόρτιση.



Η βελούδινη αντεπανάσταση ήταν αποφασισμένη να επιβληθεί με το αίμα και κάθε αθέμιτο μέσο, όπου συναντούσε αντίσταση. Η περίπτωση της Ρουμανίας μοιάζει εξάλλου με εικόνα από τα προσεχώς διάφορων παρδαλών (αντ)επαναστάσεων, σε άλλες χώρες. Τα περισσότερα θύματα που χρησιμοποίησαν οι δυνάμεις της αντεπανάστασης για να φτιάξουν κλίμα ενάντια στην “αιματηρή δικτατορία του Τσαουσέσκου”, φαίνεται να προκλήθηκαν από τις ίδιες, μετά την ανατροπή του ρουμάνου ηγέτη. Κάτι που μπορεί να διαπιστώσει κανείς και στο ρεπορτάζ της ΕΡΤ -με την καλτ παρουσία του δεξιού Αργύρη Ντινόπουλου- όπου γίνεται λόγος για ελεύθερους σκοπευτές και αδέσποτες σφαίρες, μετά την εκτέλεση των Τσαουσέσκου.



Τα παραπάνω δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση αγιογραφία του Τσαουσέσκου, και δεν αναιρούν τις στρεβλώσεις, τις αντισοβιετικές παλινωδίες του και τις αντιφάσεις της κοινωνίας που οικοδομούνταν στη Ρουμανία. Παρόλα αυτά, μόνο τυχαίο δεν είναι το κύμα νοσταλγίας που κατακλύζει τη μεγάλη πλειοψηφία του ρουμάνικου λαού, μετά απ’ την παταγώδη διάψευση των προσδοκιών του, την επικράτηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και τις συνθήκες ακραίας φτώχιας, που βιώνει μαζικά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Υστερόγραφο


Στην Ελλάδα, όπως είπαμε, ο Τσαουσέσκου έχαιρε της εκτίμησης, τόσο του αστικού κράτους (πριν αλλάξουν τα κόζια και περάσει στην ιστορία ως “δικτάτορας”), όσο και του αναθεωρητισμού. Ο τελευταίος όμως είχε παρεισφρήσει και στο κομμουνιστικό κόμμα, που είχε βγάλει τότε ανακοίνωση με την οποία χαιρέτιζε τις εξελίξεις, τον ξεσηκωμό του ρουμάνικου λαού και την πτώση του δικτάτορα. Σύντομα, ωστόσο, έβγαλε σωστά συμπεράσματα, κολύμπησε ενάντια στο ρεύμα και τη λαίλαπα της αντεπανάστασης, κι αυτό αποτυπώνεται, μεταξύ πολλών άλλων, και στη μετάφραση αυτού του κατατοπιστικού άρθρου, που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη, το 2000.

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Το σοβιετικό θαύμα της φύσης που έγινε ορκισμένος αντισοβιετικός

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Άρβιντας Σαμπόνις, με αυτό το αρχοντικό όνομα, γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1964 (είχε γενέθλια την ίδια μέρα με τον Μπρέζνιεφ) και ήταν μια μοναδική περίπτωση παίκτη. Ένας γίγαντας που ξεπερνούσε τα 220 εκατοστά και σκέπαζε την μπασκέτα, ενώ παράλληλα μπορούσε να σουτάρει με άνεση έξω από τη γραμμή του τριπόντου και να μοιράσει παιχνίδι σαν οργανωτής (πλέι-μέικερ) αού το βασικό του πλεονέκτημα δεν ήταν τα τρομερά σωματικά του προσόντα, αλλά η μπασκετική του ευφυία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, ονομάστηκε θαύμα της φύσης, ένας εκπληκτικός περιφερειακός στο σώμα ενός απροσπέλαστου ψηλού σέντερ. Κι άφησε πίσω του να εκκρεμεί και να ιντριγκάρει το ερώτημα τι παραπάνω θα μπορούσε να πετύχει, αν δεν είχε χτυπηθεί από τόσους τραυματισμούς στην καριέρα του.



Για άλλους, το πραγματικό ερώτημα είναι τι θα είχε πετύχει αν είχε πάει νωρίτερα στο ΝΒΑ, όπου πρωτόπαιξε ως ρούκι, έχοντας πατήσει τα 30. Κι εδώ μπαίνει πάντα μια αντισοβιετική αιχμή ενάντια στο σύστημα που δεν τον άφησε να φύγει νωρίτερα και να μεγαλουργήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το “στρατηγό” (προπονητή) Γκομέλσκι που τον κράτησε με τις συμβουλές του κτλ. Έχει γραφτεί μάλιστα ότι ο Σαμπόνις το 88′ είχε ταξιδέψει, με άδεια των Σοβιετικών, στο Πόρτλαντ, για να τον παρακολουθήσει το ιατρικό επιτελείο των Μπλέιζερς, που τον είχαν επιλέξει δύο χρόνια πριν στα ντραφτ, αλλά επιδείνωσε την υγεία του, γιατί πιέστηκε να επισπεύσει την επιστροφή του στα γήπεδα και να παίξει στους Ολυμπιακούς της Σεούλ με τη σοβιετική ομάδα, που πήρε το χρυσό μετάλλιο.

Υπάρχουν κάποιες λεπτομέρειες που δεν κολλάνε πολύ στο παραπάνω αφήγημα: από το σοβιετικό σύστημα υγείας, που δεν είχε πολλά να ζηλέψει από την καπιταλιστική δύση, και τη χαρά του ίδιου του Σαμπόνις στη διάρκεια αυτών των αγώνων, μέχρι τους ανέμους της Περεστρόικα, που άφησαν διάφορους παίκτες να φύγουν στο εξωτερικό πριν καν δρομολογηθούν οι ανατροπές και η διάλυση της ΕΣΣΔ (ας θυμηθούμε την ποδοσφαιρική τρόικα Λιτόφτσενκο, Σαβίτσεφ, Προτάσοφ, που ντύθηκε στα ερυθρόλευκα το 90′).


Ο ίδιος ο Σαμπόνις πάντως μισούσε οτιδήποτε σοβιετικό. Έλεγε πως έμενε σιωπηλός στην ανάκρουση του σοβιετικού ύμνου, όχι για να συγκεντρωθεί, αλλά γιατί δεν ήθελε να τραγουδήσει τους στίχους. Ενώ σε ένα Τρίποντο της εποχής, μπορεί να βρει κανείς μια δήλωσή του ότι ο κομμουνισμός του κατέστρεψε την καριέρα…!
Αν με αυτό εννοεί πως δεν του επέτρεψε να κερδίσει περισσότερα χρήματα, πιθανότατα έχει δίκιο. Αλλά ως προς την μπασκετική παιδεία και τις βάσεις που πήρε, θα κατάλαβε κι ο ίδιος πόση αξία είχε η σοβιετική του “θητεία”, όταν πήγε στο ΝΒΑ κι οι Μπλέιζερς του έδωσαν ένα πρόγραμμα συστηματικής εκγύμνασης, για να αυξήσει τον όγκο του, κι αυτός τους απάντησε σκωπτικά πως “το μπάσκετ δεν είναι σούμο”.

Ο Σαμπόνις ξεκίνησε την καριέρα του στη Ζαλγκίρις (ή μάλλον Ζάλγκιρις) Κάουνας κι έχουν μείνει στην ιστορία οι μονομαχίες του με το Βλαντίμιρ Τκατσένκο, τον άλλο μεγάλο σέντερ της εποχής, που ήταν πιο “συμβατικό μοντέλο”. Εξίσου ιστορικές ήταν κι οι τελικοί μεταξύ της Ζαλγκίρις και της ΤΣΣΚΑ Μόσχας -της ομάδας του Τκατσένκο- με τον τίτλο να καταλήγει τρεις σερί χρονιές στο Κάουνας.


Την ίδια περίοδο, κατακτούσε διάφορα μετάλλια και διακρίσεις με τη φανέλα της Σοβιετικής Ένωσης, από τους οποίους ξεχωρίζει το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στη Σεούλ και η τρομερή παράσταση του Σάμπας απέναντι στις ΗΠΑ και το “ναύαρχο” Ντέιβιντ Ρόμπινσον, στον ημιτελικό. Λέγεται πως αυτή η ήττα σφράγισε την ήδη ειλημμένη απόφαση των Αμερικάνων να αρχίσουν να χρησιμοποιούν επαγγελματίες παίκτες από το επόμενο ολυμπιακό τουρνουά στη Βαρκελώνη -όπου έκανε την εμφάνισή της η Ομάδα Όνειρο.

Εκεί ο Σαμπόνις αγωνίστηκε για πρώτη φορά με τα χρώματα και την -πέραν κάθε φαντασίας κιτς- στολή της Λιθουανίας, και πήρε το χάλκινο μετάλλιο, νικώντας στο μικρό τελικό για την τρίτη θέση, τα υπολείμματα της Σοβιετικής Ένωσης, την Κοινοπολιτεία (ή ΚΑΚ) που ήταν μια ιδιότυπη ένωση της Ρωσίας με κάποιες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες έκανε μία και μοναδική εμφάνιση στην ιστορία των αγώνων -αν και τυπικά δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ.

Ο θρίαμβος του κιτς και της αντεπανάστασης
Στο μυαλό του Άρβιντας μπορεί να ήταν κάποιας μορφής γλυκιά εκδίκηση. Λένε πάντως πως το ίδιο βράδυ έλειπε από την απονομή, γιατί έπινε βότκα, και μέθυσε τόσο άσχημα, που τον βρήκαν την επόμενη μέρα στους αθλητικούς κοιτώνες των γυναικών. Κανείς δυτικός δημοσιογράφος, πάντως, δεν απόρησε ποτέ τι καριέρα θα μπορούσε να έχει κάνει ο Σάμπας αν δεν είχε τέτοια αγάπη για το ποτό…

Μετά τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ, ο Σαμπόνις -που αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα- κατέληξε στην άσημη Βαγιαδολίδ και από εκεί στη Ρεάλ του Ομπράντοβιτς, με την οποία στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης, νικώντας στον τελικό τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη.

Στα 31 του χρόνια, έφυγε για να δοκιμάσει την τύχη του και τις δυνάμεις του στο ΝΒΑ και το Πόρτλαντ, όπου ο γιατρός της ομάδας είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως η ακτινογραφία του θα αρκούσε για να του δώσει μια θέση αναπήρων στο πάρκινγκ.


Παρόλα αυτά, ο Σαμπόνις έμεινε κι έκανε πράγματα και θαύματα -όσο τον βαστούσαν τα πόδια του και το κορμί του- για επτά χρόνια, κερδίζοντας με την ομάδα του ισάριθμες φορές το εισιτήριο για τα πλέι-οφ, όπου θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα πράγματα αν δεν έπεφτε πάνω στην κυριαρχία των Λέικερς. Την ομάδα του Σακίλ -με τον οποίο έδιναν ομηρικές μάχες- και του Κόμπε Μπράιαντ, που είδε χτες τους Λέικερς να αποσύρουν τη φανέλα του, για να τιμήσουν την προσφορά του.

Η σχέση του με την Ελλάδα

Το κεφάλαιο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη: σε επίπεδο συλλόγων και εθνικών ομάδων.

Το 89′ η Ζαλγκίρις ήρθε στην Ελλάδα, για να παίξει εναντίον της ΑΕΚ, για το Κύπελλο Κόρατς. Από τον αγώνα αυτό έχουν μείνει κάποιες καλτ δηλώσεις του Μάκη Ψωμιάδη που ήθελε να φέρει το Σάμπας στο δικέφαλο.



Το 92′ ο Ιωαννίδης τον απέρριψε λόγω των τραυματισμών του, αλλά το μετάνιωσε τρία χρόνια αργότερα, στον τελικό της Μαδρίτης, όπου “και πέντε μέρες να παίζαμε, δε θα κερδίζαμε, όσο ήταν ο Σαμπόνις στο γήπεδο”.

Το 87′ ήταν τραυματίας και δεν είχε έρθει με τη σοβιετική ομάδα στο μεγάλο έπος του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας (το λεγόμενο “τιρινίνι”). Δυο χρόνια αργότερα όμως, ήταν παρών στον ημιτελικό του Ζάγκρεμπ, τη μεγάλη νίκη της Εθνικής και τη ραψωδία του Γκάλη, που πέτυχε τους 45 από τους 81 πόντους της ομάδας.

Το 95′ δε βρεθήκαμε αντίπαλοι με τους Λιθουανούς, αλλά ο Σάμπας άκουσε ένα ολόκληρο στάδιο να υποστηρίζει την ομάδα του και να φωνάζει ρυθμικά “Λιέ-του-βα”, προδίδοντας την παραδοσιακή φιλία με τους “ομόδοξους” Γιούγκους, που είχαν την εύνοια της διαιτησίας και της FIBA του Στάνκοβιτς.

Το 96' στην Ατλάντα, θεωρούσαμε τη Λιθουανία συγκριτικά πιο προσιτό αντίπαλο και χάσαμε καμιά τριανταριά πόντους.

Το 99′ τέλος έβαλε με τη Λιθουανία το τελευταίο καρφί στο Γολγοθά της Εθνικής στη Ντιζόν, όπου μετά από 11 χρόνια (σχεδόν) αδιάλειπτων επιτυχιών, έμεινε τελευταία και καταϊδρωμένη, εγκαινιάζοντας μια σύντομη περίοδο παρακμής.



Ποιο είναι λοιπόν το ηθικό δίδαγμα;
Σάμπας, σε ευχαριστούμε για τις αθλητικές αναμνήσεις που μας χάρισες -και μόνο για αυτές. Και θα μείνουμε με την απορία τι θα γινόταν αν ένας τέτοιος παίκτης, το “σοβιετικό θαύμα της φύσης”, εκτός από το μπασκετικό του μυαλό, είχε και μια στάλα γνήσιας, σοβιετικής συνείδησης, όπως αυτοί που τον αγάπησαν…

Διαδηλωτής με φανέλα Σαμπόνις και CCCP στη φετινή διαδήλωση της Πρωτομαγιάς

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Απεργιακός απολογισμός

Η απεργιακή συγκέντρωση της Πέμπτης στην Ομόνοια ήταν μία από τις μαζικότερες κινητοποιήσεις του τελευταίου διαστήματος, που όλα τα σκιάζει η ροζ Πασοκάρα και τα πλακώνει η σκλαβιά. Την ώρα που κάποιοι ψάχνουν να βρουν το χριστουγεννιάτικο μήνυμα της καταναλωτικής αγαλλίασης, η μαζική διαδήλωση έδινε ένα διαφορετικό μήνυμα προς δύο κατευθύνσεις: α) δε θα βάλετε στο γύψο την απεργία και β) κάτω τα χέρια από την Παλαιστίνη.

Για το τελευταίο σημειώνω ως πολύ θετικό το πύκνωμα των πορειών προς την πρεσβεία (μία είναι η πρεσβεία, άλλο αν κάποιες παρέες παίρνουν από αλλού γραμμή) και το αντι-ιμπεριαλιστικό αίσθημα που ξανατονώνεται. Να μυρίσει στον αέρα "Go home, killers" και ημέρες 99', όπωςγια παράδειγμα με τους μαθητές πχ και τα πολύ μαζικά μπλοκ τους.

Αν είχαμε σοβιέτ, μπορεί ο Δρίτσας να έβαζε και θέμα αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ -που δε γίνεται έτσι νέτο-σκέτο, επειδή το θέλει μια κυβέρνηση. Να δεις που οι Συριζαίοι είναι τελικά κομμουνιστές και τα παραπέμπουν όλα στη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού και τη σοβιετική-εργατική εξουσία. Αλλά αν είμαστε η τελευταία σοβιετική χώρα-γωνιά της Ευρώπης πώς γίνεται να μην έχουμε σοβιέτ; Λες να απονεκρώθηκαν, ως όργανα άσκησης της εξουσίας, και να περάσαμε στον κομμουνισμό;

Στα αξιοσημείωτα της ημέρας, ο λόγος ενός παλιού χαλυβουργού, από την εποχή που το κράτος επιχειρούσε να καταργήσει την πάλη των τάξεων. Όχι όπως τώρα που την προωθεί -για να μη μένει ιστορικά αδικαίωτη- και στέλνει παρακρατικούς, ταξικούς παλαιστές-μπράβους, για να την τιμήσουν από τη δική τους πλευρά. Εδώ αλήθεια παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα καμιά αρχή ή όλα είναι σύννομα -σε αντίθεση με τις απεργίες πχ, που κρίνονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία παράνομες και καταχρηστικές;

Κι είχε ενδιαφέρον να βλέπεις το χαλυβουργό να βάζει το διαχρονικό ζήτημα της δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς και την ίδια ώρα, μια περιπτερού στην Αθηνάς να διαβάζει επιδεικτικά τη φυλλάδα με το ίδιο όνομα (Δημοκρατία) που εσχάτως δίνει ρεσιτάλ και ό,τι αντικομμουνιστικό βιβλίο-λίβελο κυκλοφορεί. Κι αυτοί να φανταστείς, είναι οι καλοί, οι μετριοπαθείς, οι καραμανλικοί, που έρχονται σε συνεννόηση με το Σύριζα...

Η εικόνα της ΓΣΕΕ ήταν κάτι ανάμεσα σε φαιδρή και καταθλιπτική, χωρίς το ένα να αποκλείει το άλλο. Η μόνη διαφορά με άλλες φορές ήταν το "λατρεμένο" ΣΕΚ, που δεν ήταν στημένο εξ αρχής στο Μουσείο, για να την κάνει με ελαφριά (μετατόπιση) προς το Πεδίο του Άρεως, και πιθανότατα άλλαξε προσυγκέντρωση, αφήνοντας το Μουσείο (και τη συγκέντρωσή του).

Οι δυνάμεις καταστολής ήταν πάνοπλες κι ετοιμασμένες, έχοντας στην πλάτη τους ένα καλό μάθημα από τις 5 Δεκέβρη και δείχνοντας έτοιμες για ρεβάνς. Αφορμής δοθείσης, γράφω ετεροχρονισμένα ορισμένες εντυπώσεις από τότε, σε συνδυασμό με τα τωρινά, και τον απόηχό τους.

Σε αρκετούς έκανε εντύπωση η δυναμική έφοδος του ΠΑΜΕ στο κτίριο της Σταδίου. Κάποιοι σοκαρίστηκαν με την εικόνα του τραυματισμένου Ματατζή κι άλλοι το χάρηκαν με την ψυχή τους, θεωρώντας πως ήταν καιρός να αρχίσουν τέτοιες ενέργειες, ενώ υπάρχουν κι αυτοί που το βλέπουν αφ' υψηλού ως μια επικοινωνιακή ενέργεια. Τα κριτήρια εδώ είναι λίγο ελαστικά και περίεργα: όταν οι μαύροι (βασικά το "τμήμα κρούσης" της Ζωής) κάνουν τηλεοπτική έφοδο με όρους κοινωνίας του θεάματος, ενθουσιάζονται με την ανάθεση στους σύγχρονους Ρομπέν των Δασών. Όταν το κάνουν οργανωμένα εργατικά σωματεία που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ, εκεί το πράγμα αλλάζει και λένε πως γίνεται προς άγραν εντυπώσεων. Εντυπωσιακή ευελιξία σε σταθμά και κριτήρια...

Αυτό που δυσκολεύονται ή μάλλον δε θέλουν να καταλάβουν είναι πως εκείνη τη μέρα υπήρχε αυθόρμητη κι ανυπόκριτη συσσωρευμένη οργή για την άθλια μεθόδευση της κυβέρνησης που πήγε να περάσει στα μουλωδτά το νέο συνδικαλιστικό νόμο. Με φαστ-τρακ διαδικασίες, σε ένα νόμο, με ένα άρθρο ή μάλλον με μια τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο. Η καλύτερη -και σίγουρα πιο χυδαία- κυβέρνηση που είχε στα χρόνια της μεταπολίτευσης, στην υπηρεσία της η αστική τάξη. Κι οι θεσμοί βεβαίως-βεβαίως, για να μην ξεχνάμε την εκπληκτική παραδοχή-ομολογία του Βούτση στη Βουλή.

Πόσο πιο απλά να το πει ο άνθρωπος; Η σοσιαλδημοκρατία κάνει τη βρώμικη δουλειά καλύτερα, γι' αυτό και την προτιμάνε. Επειδή μπορεί να βγάλει το Χατζηαβάτη που κρύβεις μέσα σου, να δεις την εξουσία σαν πολυχρονεμένο αγά, και να εύχεσαι να σου κόβει μισθούς, για να του δίνει κέρδη και να φέρει την ανάπτυξη. Καλύτερα χαμηλούς μισθούς, παρά καθόλου. Κάλλιο σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή, παρά περιπέτειες εκτός του κυρίαρχου πλαισίου. Σκέψη γνήσιου συριζοτρόλ -που και αυτά εξάλλου χαμηλή ταρίφα έχουν.

Η οργή ήταν γνήσια, ξεχείλιζε κι αυτό φάνηκε κι από τη μαζικότητα της συγκέντρωσης, μολονότι έγινε με ειδοποιήσεις της μιας βραδιάς, τελευταία στιγμή, και με το γενικό σύνθημα "όλοι κάτω" (πάνω κανείς, που λέει κι ένα άλλο σύνθημα). Και δεν ξεθύμανε ούτε με τον ελιγμό της κυβέρνησης (την προσωρινή υποχώρηση), που μες στην αθλιότητά της μπορεί να ξαναφέρει την τροπολογία μες στα Χριστούγεννα, όπως ο ψαλιδοχέρης Κατρούγκαλος.

Αυτό το τελευταίο είναι φράση αυτούσια παρμένη από το λόγο του Πέρρου, που είχε ωραίες μπηχτές για αυτούς που έκαναν μάρμπεκιου με αντάρτικα και φορτισμένες στιγμές, πχ με το "άι σιχτίρ" που πρέπει να πούμε στην κυβέρνηση, την ΕΕ, τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Και μας έδωσε στο τέλος το σύνθημα για να ξηλώσουμε την πινακίδα του υπουργείου, που "δεν είναι εργασίας, είναι της κυβέρνησης και της εργοδοσίας".

Ο for Οικοδόμοι
Αυτό που ακολούθησε είναι βγαλμένο από τις καλύτερες σκηνές του Γκοσινί, ό,τι πιο κοντινό έχω δει στις εφόδους του γαλατικού χωριού (στον ουρανό, αρκεί να μην τους πέσει στο κεφάλι, όπως λέει κι Μαζεστίξ, που ‘χει διαλεκτική σχέση και σύνδεση με τις μάζες). Οι αστυνομικοί που ‘ταν μπροστά έφυγαν με οριζόντια φορά από ένα ωστικό κύμα -σα λεγεωνάριοι μετά από γαλατική μπούφλα. Αλλά η λαμαρίνα της εισόδου αντιστάθηκε περισσότερο από ό,τι ένα συνηθισμένο γαλατικό οχυρό (Μπαμπαορούμ, Πετιμπονούμ κτλ) και άνοιξε στον αδύναμο κρίκο της, μετά από κάνα πεντάλεπτο και συντονισμένες ενέργειες κυματοειδούς πίεσης, που άσκησαν οι σύντροφοι στις πρώτες αλυσίδες.

Η είσοδος στο υπουργείο έγινε με αλαλαγμούς χαράς, αλλά δεν είχε τίποτα το επεισοδιακό, πέραν της κεκτημένης φόρας των διαδηλωτών. Ασφαλώς βρέθηκαν στο δρόμο κάτι άτυχα αγριογούρουνα, κάτι μηχανές που έπεσαν και τις ξανασηκώσαμε αμέσως, κι ένας ματατζής που μάτωσε βασικά μόνος του, σαν παράπλευρη απώλεια, αλλά χαμογελά μόνος του στο φακό, για να δείξει πως δεν τρέχει τίποτα. Εξάλλου, αν έπεφτε κάνα χημικό μες στη στοά, που είναι κλειστός χώρος, θα θρηνούσαμε θύματα, και δεν πήραμε αυτό το ρίσκο. Οι γαλατικοί συνειρμοί θα ολοκληρώνονταν αν έπεφτε κι η κλούβα στο Μαξίμου -όπως οι πύργοι στα γαλατικά οχυρά- αλλά αφήσαμε κάτι ακόμα για την άλλη φορά.


Κι αυτό το ματωμένο χαμόγελο ήταν η καλύτερη απάντηση στα συντονισμένα συριζοτρόλ που βγήκαν παγανιά να μιλήσουν για βία, πρωτοφανή σκηνικά και χρησιμοποιούσαν νηφάλια κίτρινα δημοσιεύματα του τύπου "το ΠΑΜΕ καίει το κέντρο της Αθήνας" από i-efimerida και λοιπό συρφετό.
Καθείς εφ ω ετάχθη. Αλλά αυτά τα λέτε γιατί θέλετε να έρθει ο Κούλης...

Σε κάθε περίπτωση, πήραν το μήνυμα πως δε θα περάσουν το σχεδιασμό τους αμαχητί, χωρίς να ανοίξει μύτη. Κι είναι ζήτημα τι άλλο θα γινόταν, αν δεν είχαν υποχωρήσει την τελευταία στιγμή και είχαμε περαιτέρω κλιμάκωση.

Ένα μήνυμα που φαίνεται πως το πήραν καλά υπόψη τους και βγήκαν στην αντεπίθεση, επιστρατεύοντας μπράβους, παρακρατικούς μηχανισμούς, αλλά και την καλή διευθύντρια που δεν άφηνε τα παιδιά να φύγουν τη μέρα της απεργίας και μοίραζε αποβολές προς γνώση, συμμόρφωση και διαμόρφωση υποταγμένων συνειδήσεων.
Γίνονται πράγματα γενικά, στην πόλη που έχει το κακέκτυπο του πύργου της Διεθνούς...

Ένας ολοκληρωμένος απολογισμος φυσικά χρειάζεται άλλα στοιχεία, σφαιρική εικόνα, ποσοστά συμμετοχής, κτλ. Αυτά αποτυπώνουν απλώς έναν απόηχο και δίνουν τον τόνο για τις επόμενες μέρες, αφού το μέτωπο παραμένει ανοιχτό και μπορεί να το φέρουν για κλείσιμο μες στις γιορτές, σαν τους κλέφτες ή μάλλον σαν τους καλικάντζαρους...